«Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»

Μια προσευχή για εκείνους που έμειναν μόνοι στο ταξίδι της ζωής, που έχασαν το τραίνο της αγάπης και ρίζωσαν σε λίγα μέτρα γης σ’ άγονο τόπο, κρύο και διψασμένο.
Ένα άγγιγμα, κάτι σαν χάδι, στα παγωμένα τους χέρια που δεν ζεστάθηκαν ποτέ κι άλλη καρδιά δεν χτύπησε για εκείνους, που μάτια δεν τους θώρησαν γλυκά, μοναδικά, αχόρταγα, ερωτικά και δακρυσμένα.
Καλές οι θάλασσες να ευχηθούμε στο καράβι τους το ρημαγμένο, μακριά από ξέρες, συμπληγάδες και ληστές. Μακριά από ψεύτικες ανάσες και πικρές ποτισμένες με κώνειο γιορτές.
Ένα κερί για τις ψυχές τις μοναχές.
Μια ευχή, ένα δάκρυ κι ίσως μια καλησπέρα να είναι αρκετή.
Advertisements

«Επιβάτες Του Χρόνου»

Είναι ώρα, κουρασμένος πια απ’ το ταξίδι του χρόνου, ν’ ακουμπήσω τις αποσκευές μου στο βρεγμένο χώμα, στο γεμάτο νεκρές μνήμες και ταξίδια που δεν ξεκίνησαν ποτέ.
Πέτρινα βήματα, χαραγμένο το διάβα μου, ανάμεσα στο ουρλιαχτό τού λύκου και στο νιαούρισμα τής γάτας.
Ματαιοπονώ και το ξέρω.
Ξεθωριασμένες φωτογραφίες, πεταμένες  άτακτα στα συρτάρια σκιαγραφούν τη ματαιότητα, τη φθαρτότητα και την πτώση ενός σώματος, που παρασύρει ανελέητα την ψυχή στο δικό της ξεπεσμό.
Δεν αντέχεται τούτο το πρωινό  με την ομίχλη να σκεπάζει το βλέμμα μου, τον ορίζοντα του αύριο και να μουδιάζει το μυαλό μου.
Οι Σειρήνες της υπόσχεσης με καλούν για ένα ακόμη μάταιο ταξίδι στο σκοτάδι.
Πού είναι εκείνο το μονοπάτι που οδηγούσε στο φως; Αναρωτιέμαι.
Χαράματα και νιώθω θαμμένος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, της βαθιάς νύχτας, της αξημέρωτης.

«Μέρα Χριστουγέννων»

Με  άδεια χέρια έρχομαι.
Δεν έχω δώρα που να μπαίνουν σε κουτιά, πολύχρωμες κορδέλες, φωτάκια, παραμύθια.
Ευχές σου φέρνω μόνο, φτιαγμένες απ’ τους χτύπους της καρδιάς μου και τα όνειρα που έκανα τότε, κάτω από το στολισμένο δέντρο.
Αναστενάζω και κοιτώ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στα γκρίζα σύννεφα, που είναι σκληρά σαν το χρόνο, αγκαλιά με το βουνό.
Αργά τα βήματα μου, φοβισμένα.
Θα έλεγα, πως βαδίζω έναν δρόμο που δεν γνωρίζω πια.
Χρόνια πριν έχασα την οσμή του και θόλωσε η εικόνα του μπροστά μου.
Να σε χαρούν τα μάτια μου για λίγο, θέλω.
Ν’ ακούσω να μου λες πως είσαι καλά.
Τίποτα άλλο.

«Μνήμες Πατρίδα μου»

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει
παραμένει ο πόθος στην καρδιά ζωντανός
ιστορία και θρύλος πάνω σ’ ένα μπαλκόνι
μια σημαία μονάχη κι ένας γκρίζος ιστός.
Πώς θα πω στα παιδιά μου ποιος είμαι τι νιώθω
μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί
το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη
πληγωμένη Ελλάδα και μνήμη πικρή.
Ο αγέρας γεμίζει με λάβαρα πάλι
ο μαρμαρωμένος ξυπνάει Βασιλιάς
προσκυνά στης Σοφιάς της Αγίας τη Χάρη
καβαλάρης περνά νικητής της χαράς.
Μια ακτίνα του ήλιου τα μάτια μου κλείνει
και λαχτάρα με πιάνει ένα δάκρυ κυλά
πότε θα’βρω Χριστέ μου το χρυσό παλικάρι
κι η ψυχή να πετάξει στα ουράνια ξανά.

«Έφυγες»

Οι αέρηδες κόπασαν εκεί ψηλά στη γειτονιά σου.
Οι ιαχές του πολέμου έπαψαν, πενθούν το σύντροφό τους, το μαχητή που κρατούσε ψηλά τη ζωή μας.
Πιάνω με πείσμα το πρόσωπό μου, δεν θα κλάψω, δεν θα λυγίσω. Ποιος κλαίει τα παλικάρια του, δάκρυ ανθρώπινο γι’ αυτούς δεν έχει.
Ο ουρανός τους κλαίει.

Το ταξίδι των σκιών

Παγώνει το βλέμμα μου στης κουπαστής την άκρη, κι αναρωτιέμαι ποιο θα μπορούσε   να ’ναι το όνομα της βάρκας.
Τι είναι αυτό το ξαφνικό ταξίδι που μου ’παν πως θα κάνω;
Ποιος το ορίζει, ποιος δίνει άραγε τη διαταγή γι’ αυτό;
Δεκάδες βλέπω περιμένουν στη σειρά, σ’ ένα τοπίο άχρωμο, νεκρό στου Αχέροντα την όχθη, κι έμειναν σκιές, χωρίς την όψη τη γλυκιά, χωρίς λαλιά, χωρίς τραγούδι.
Είναι η σειρά μου τώρα, ερημιά παντού και κυλάω στο ρέμα μαζί μ’ εκείνον που ώρες έβλεπα να κάνει την ίδια διαδρομή.
Δε μου μιλά, δε βγάζει λέξη. Μαύρος στην όψη κι ασάλευτος κι αυτός, σαν το ποτάμι, μοιάζει με ζωγραφιά.
Δε ρώτησε αν έχω νόμισμα να πληρωθεί τον κόπο του, δε μου ’πε τίποτα.  δε νοιάστηκε τι αφήνω πίσω μου, αν νοσταλγώ, αν αγαπώ κι αν είχα κι άλλα βήματα μπροστά να κάνω.
Ούτε πουλί, ούτε αγρίμι γύρω μας, μόνο βοή βαθιά στις κάτω ρεματιές. Κατηφορίζουν τα νερά κι όλα μοιάζουν να τρέχουν.
Τίποτα δεν έκανα ακόμη βαρκάρη, ακούς;
Τη ζωή την έζησα στο ψέμα και στα πρέπει. Δεν άφησα την καρδιά μου να χτυπήσει ελεύθερα, ν’ αγαπήσει, να πληγωθεί κι έχασα την πορεία μου στ’ ανθρώπινο μοιρολόγι . Μ’ ακούς; Πες μου που να σε πάρει μ’ ακούς;
Δεν ξεδιψάω απ’ το νερό σου, δε θέλω να ξεχάσω τίποτα απ’ τ’ ανθρώπινά μου πάθη! Θέλω να νιώθω, να θυμάμαι τη ζωή, το πέρασμά μου από το φως. Ακούς;

«Η μοναξιά ενός κηπουρού»

Μοναξιά περιβάλλει τα έρημα πλήθη και τις ανυπόμονες ψυχές που νοσταλγούν, μέσα στ’ απόκρυφα μονοπάτια του μυαλού  το χαμένο Παράδεισο.
Στοιχειωμένες σκέψεις, παράσιτα, ορθώνονται μπροστά μου  γεμίζοντας το κεφάλι μου με ενοχές για τα πάντα.
Αδέσποτα σκυλιά τρέχουν ξωπίσω μου, νιώθοντας κι εγώ πως είμαι ένας μ’ αυτά, χαμένος στα άδεια στενά της πόλης.
Απόλυτο χάος στη ζωή μας,  όλα  γίνονται χωρίς κανόνες πια.
Αριστερά μανιφέστα, ξεδιάντροπα και δεξιές δοξασίες ανυπόφορες. Άδεια ακούγονται τα λόγια τους σαν ήχος ντενεκέ, φάλτσα,  από έναν λαό που θυσιάζει καθημερινά τα παιδιά του καρτερώντας το λευκό πανί του πλοίου. Μάταια!
Στη νύχτα, τη βαθιά του Ερέβους τη θυγατέρα, δε φάνηκε ούτε σήμερα κείνο τ’ άστρο κι η σωτηρία μας αναβάλλεται μέχρι νεωτέρας. Υπομονή. Πόσο πια;
Σιχαμερά σκουλήκια κατατρώγουν τις σάρκες μας  κι όλα γύρω μας ψέμα μέσα στο ψέμα. Θολό το βλέμμα από το δάκρυ. Άδικος ο κόπος, δεν αλλάζουν πια τα ρητά. Το πεπρωμένο φυγείν  αδύνατον, κισμέτ το λένε κάποιοι άλλοι.
Πλανεμένα βήματα, διαρκώς ξεστρατίζουν αναζητώντας ανυπόμονα το σταθμό τους  σαν λοταρία στο ξεκίνημα της νέας μέρας. Της κάθε μέρας, της ίδιας μέρας.
Άγουρα κορμιά στον έρωτα χωρίς αγάπη, χωρίς συναίσθημα, χωρίς την προσμονή της αυριανής αγκαλιάς. Το τώρα επιβάλουμε στα συναισθήματά μας,  το αύριο, το άπειρο, δεν μας αγγίζουν πια….
Λαθεμένα ίσως, αγαπήσαμε την αμαρτία, που παρόλη της τη γύμνια,  δίνει ζωή και φλόγα στα φθαρμένα μας όνειρα.
Μπορεί…..

«Χριστούγεννα»

Άστρα με χρώμα και φως κύλισαν στην εικόνα.
Φώτισε η νύχτα κι άλλαξε η όψη της. Δεν σε φοβίζει πια το έρεβος που κουβαλάει, ούτε το σώμα σου υποφέρει στο κρύο του Δεκέμβρη.
Το μήνυμα της ζωής ήρθε και το μείγμα της γνώσης είναι ανάμεσά μας. Στέκεται ακούραστο μπροστά στ’ αδάμαστο μυαλό  που ακόμη αμφιβάλλει.
Κι ανθίζει η γη μες στον χειμώνα κι αρώματα παράξενα, γλυκά, γεμίζουν τη ψυχή μας.
Νιώθουμε τ’ άγγιγμα της αγάπης στους ώμους μας  και το φτερούγισμα της καρδιάς προς τ’ άπειρο τούτου του κόσμου, αγαλλίαση φέρνει στους χτύπους της.
Στην κόψη της ιστορίας σταμάτησε ο νους, στην αλήθεια και στο ψέμα, σ’ εκείνο το μεταίχμιο της λογικής και της τρέλας, αναζητώντας την αλήθεια που δεν μπορεί να δει.
Μίλα μου, μη σωπαίνεις  τούτες τις ώρες της γέννησης του Φωτός. Άνοιξε την κλειδωμένη σου καρδιά και σπάσε τα δεσμά του μίσους. Χαμογέλασε προς τη ζωή Του.
Τώρα είναι η στιγμή να μαρτυρήσεις  τ’ ανείπωτα σου.

«Αυτοφωτογραφίζομαι»Γιάννης Μύρτσης

Αυτοφωτογραφίζομαι λοιπόν κι εκθέτω τον εαυτό μου οικειοθελώς στα βλέμματα των άλλων.
Δεν βάζω όρια στο χαμόγελό μου και  ποντάρω πολλά στην ομορφιά μου.
Φωτογραφίζω τις στιγμές μια καθημερινότητας που πασχίζω με νύχια και με δόντια να κρατήσω στα μάτια όλων ευτυχισμένη και βγάζω μπροστά, αυτό που θα ‘θελα να είμαι.
Πίσω μου απλώνεται εκείνο το ανατριχιαστικό, παγωμένο σκοτάδι και νιώθω τη νεκρική ευθεία των συναισθημάτων μου, σ’ ένα αδιαπέραστο κενό ισοπεδωτικής μοναξιάς.
Χαμογελάω, μα πίσω από τις μπογιές και τα φτιασίδια κατοικεί η αλήθεια που στο στιγμιαίο άνοιγμα του κλείστρου δεν μπορεί να φανεί.
Αυτοφωτογραφίζομαι και καλώ εσάς τους γύρω μου, γνωστούς κι αγνώστους να με προσέξετε, για να  με πείσω πως υπάρχω.
Αυτοφωτογραφίζομαι ελπίζοντας πως θα διεγείρω το γενετήσιο ένστικτο σας, το αίσθημα του θαυμασμού ή και της λύπης σας ακόμη. Όλα δεκτά.
Αυτοφωτογραφίζομαι, πιστεύοντας πως αυτό είναι η μόνη αλήθεια και πως μόνο μέσα απ’αυτό μπορώ ν’ αλλάξω τη ζωή μου.
Αυτοφωτογραφίζομαι λοιπόν, άρα υπάρχω!

«Σιωπώντας» Γιάννης Μύρτσης

Ανάλαφρο βλέμμα, σκαμμένο πρόσωπο, μαλλιά γκρίζα, φορτωμένος στην πλάτη τα χρόνια του νου.
Πίσω οι μέρες υφαίνουν το δικό τους γαϊτανάκι τραγουδώντας αδιάκοπα αυτά που έζησαν. Έβαψαν με χρώματα λύπης, θυμού, καλοσύνης, αδιαφορίας κι αγάπης τις ώρες τους.
Τα ροζιασμένα χέρια είναι κρύα, άδεια. Η μη ταυτόχρονη φυγή βάσανα μόνο φέρνει. Πως μπορεί το μυαλό να χωρέσει αυτή τη τρελή μοναξιά; Δεν μπορεί!
Γκρίζες οι εικόνες του βιβλίου και θολά είναι γραμμένα τα γράμματα πάνω του. Δεν μπορείς να τα διαβάσεις.
Τι δράμα! Πόσα μπορούσες κάποτε να κάνεις.
Ένα παγκάκι έχει ακόμη πάνω τα ίχνη της, έτσι θέλει να πιστεύει και τ’ ακουμπάει πέρα ως πέρα συνέχεια, ασταμάτητα.
Περπατά χωρίς φως, ξένος στα γνωστά μονοπάτια και τίποτα δεν είναι πια οικείο, σαν τις γεύσεις των φαγητών, τις άσχημες, που ’φεραν γνωστικοί απ’ άλλα μέρη.
Ένας μικρός  σταυρός κι ένα κοχύλι είναι η θύμηση της αφής. Τόσο κοντά, μα κάτω από το χώμα είναι η αληθινή αγάπη κι οι αδύναμοι χτύποι μιας καρδιάς που αγάπησε τόσο, ακόμη επιμένουν.
Όλα δείχνουν χλωμά κάτω από το φως του φεγγαριού που δεν μπορεί πια να μαγεύει τις αισθήσεις, ούτε να έχει τη λάμψη του καλοκαιριού. Αντίθετα μαύρους συνειρμούς εγείρει η εικόνα του.
Θάνατος απλώνεται στην παγωμένη σκέψη, τίποτε άλλο.
Δάκρυα πνίγουν συχνά το βλέμμα κι η θέληση κουρασμένη δεν κάνει ούτε ένα βήμα παρακάτω. Έμεινε στη σκιά εκείνης της μέρας, στην ίδια ώρα, στο ίδιο λεπτό.
Σφράγισαν ξαφνικά οι έξοδοι των ονείρων και το κλειδί  τους παράπεσε σε μια χαραμάδα στα φθαρμένα σανίδια κι έμεινες στα ξένα μονάχος, λες και μίσεψε η καρδιά σου για πάντα.
Μακρύς ο δρόμος της ζωής με κοινές σκέψεις, σκοπούς και θέλω. Ζύγωνε ο ένας τον άλλον χωρίς φόβο, έτσι τώρα η μοναξιά είναι αγεφύρωτο χάσμα με τη ζωή.
Απλωμένο συχνά το χέρι ψηλά, με το μουρμουρητό της βαριάς ανάσας σαν προσευχή να καλεί το αύριο να έρθει όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Μια καρδιά μόνη δεν μπορεί να χτυπά στ’ αλήθεια.