«Φωτεινό μονοπάτι»

Δεν σας χαρίζω τον πρωινό ήλιο στο μπαλκόνι μου ούτε τις φωνές των παιδιών που παίζουν στην αυλή του σχολείου. Τα πανηγύρια, τις ιαχές στα γήπεδα, το κερί στην εκκλησία. Δεν θ’ αλλάξω για εσάς τα λουλούδια στη γλάστρα μου ούτε θα πάψω να ζητώ την ευχή του παπά στο δρόμο. Στις λαϊκές θέλω ν’Συνεχίστε να διαβάζετε ««Φωτεινό μονοπάτι»».

Μνήμες Πατρίδα μου

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει παραμένει ο θρύλος στην καρδιά ζωντανός ιστορία και αγώνας πάνω σ’ ένα μπαλκόνι μια σημαία στον άνεμο κι ένας γκρίζος ιστός. Πώς να πω στα παιδιά μου τι νιώθω; Μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη πληγωμένη Ελλάδα και μνήμη πικρή. ΤουΣυνεχίστε να διαβάζετε «Μνήμες Πατρίδα μου».

«Η Κυριακή της συγνώμης δεν υπάρχει πια»

Έμαθες να κοιτάς χαμηλά, να περπατάς με σκυφτό το κεφάλι σαν να ντρέπεσαι, ναι, να λυπάσαι για σένα. Να μη ξαποσταίνεις πότε, να μη ζητά, να μη γελάς, να μην ελπίζεις. Καμιά χαρά στο διάβα σου να μην υπάρχει, για μια μπουκιά σε σταύρωσαν, σου φορέσαν αγκάθινο στεφάνι. Στα πανηγύρια σε χλεύασαν, σε πούλησαν γιαΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Η Κυριακή της συγνώμης δεν υπάρχει πια»».

«Ψυχές»

Η ζωή κάποιων ανθρώπων απλά περνά. Ένα χαμόγελο η μέρα τους, ένας άνεμος που φέρνει αρώματα λουλουδιών και δροσιά στα φλογισμένα μας πρόσωπα. Περνά, μα δεν  λογαριάζει κανένας αν υπάρχουν, δεν είναι σπουδαίοι, δε μιλούν σοφά. Περπατούν στο χιόνι χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη, σεμνά βαδίζουν στη δύση τους χωρίς απαιτήσεις. Μια καλημέρα είναι αρκετή. ΑθόρυβαΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ψυχές»».

«Προσωρινή εκεχειρία παθών»

Ξεροσταλιάζει ο έρωτας για ένα φιλί. Ανείπωτες λέξεις, ρήματα σάμπως χαμένα στα βάθη του μυαλού, ξεπροβάλλουν αγέρωχα δίνοντας ορμή στ’ απωθημένα της ψυχής. Ο αγέρας μυρίζει φθινόπωρο και η βροχή τραγουδά, ερωτικά θαρρείς, πάνω στα πεσμένα φύλλα στη σιγαλιά του απογεύματος, μακριά από την ταραχή των λόγων στην προσωρινή εκεχειρία των παθών. Κρατάς το δαγκωμένοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Προσωρινή εκεχειρία παθών»».

«Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»

Ξεκίνησες στο ρέμα να’ σαι κόντρα, δεν ζήλεψες ποτέ σου τη φυγή, οι άνθρωποι δεν πρέπει να’ναι πιόνια, να ταξιδεύουν σαν πουλιά μες τη ζωή κι όταν βρεθούν χαμένοι μες τα χρόνια, να τους ανάβει πάλι η φλόγα τη ψυχή. Διψάσαμε στο δρόμο μα ποιον νοιάζει, και τραγουδάμε σαν παιδιά στη κουπαστή, χίλιες φουρτούνες στοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»».

«Ελέησον με…»

Καρδιά μου δάκρυσε, νιώσε τον πόνο, ζήτα στη θλίψη το μακρύ ταξίδι της γαλήνης. Ταλαιπωρημένη η ψυχή, χρόνια φυλακισμένη σε ένα άθλιο σώμα δε βλέπει ήλιο, δε νιώθει κανένα χάδι, δεν ελπίζει σε τίποτα. Ο πεντηκοστός κυλάει μέσα στο μυαλό συνέχεια, δυνατά αδιάληπτα. …τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω… Ξαφνικά βρίσκομαι σε μονοπάτια δύσβατα, καθαρά, τόσοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ελέησον με…»».

«Ένα βλέμμα κάποτε»

Κι ήταν εκείνα τα μάτια που γεμάτα δάκρυα και πόνο κοιτούσαν τη ζωή που έφευγε. Αποχαιρετούσαν το σώμα που επέστρεφε εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην. Εκείνα τα μάτια που κάποτε γελούσαν ανέμελα, και κοίταξαν λάγνα τα απόκρυφα της ζωής. Αυτό το βλέμμα, το στραμμένο στο κενό, το γεμάτο δάκρυα δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

«Ταξίδι Στους Δελφούς»

Σταματήσαμε μετά από ταξίδι μεγάλο, στη σκιά των χρησμών. Όμορφο  Αυγουστιάτικο απόγευμα, δροσερό, ποθητό σαν τη σάρκα σου. Οι κολόνες γύρω μας, η ανάσα πυκνή,  η μικρή πλατεία κι  εσύ. Τα μάτια τρέχουν, καταγράφουν,   προσπαθούν να μπουν μέσα σου, να μαντέψουν, να χορτάσουν. Τυχαία επαφή με το σώμα σου. Η αφηρημένη κίνηση ξυπνά τις αισθήσειςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ταξίδι Στους Δελφούς»».

«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι, ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου. Η προσευχή της Κυριακής είναι, η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας. Το χαμόγελο της Κυριακής είναι, τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Πρωινός ήλιος»».