«Ψυχές»

Η ζωή κάποιων ανθρώπων απλά περνά. Ένα χαμόγελο η μέρα τους, ένας άνεμος που φέρνει αρώματα λουλουδιών και δροσιά στα φλογισμένα μας πρόσωπα. Περνά, μα δεν  λογαριάζει κανένας αν υπάρχουν, δεν είναι σπουδαίοι, δε μιλούν σοφά. Περπατούν στο χιόνι χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη, σεμνά βαδίζουν στη δύση τους χωρίς απαιτήσεις. Μια καλημέρα είναι αρκετή. ΑθόρυβαΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ψυχές»».

«Προσωρινή εκεχειρία παθών»

Ξεροσταλιάζει ο έρωτας για ένα φιλί. Ανείπωτες λέξεις, ρήματα σάμπως χαμένα στα βάθη του μυαλού, ξεπροβάλλουν αγέρωχα δίνοντας ορμή στ’ απωθημένα της ψυχής. Ο αγέρας μυρίζει φθινόπωρο και η βροχή τραγουδά, ερωτικά θαρρείς, πάνω στα πεσμένα φύλλα στη σιγαλιά του απογεύματος, μακριά από την ταραχή των λόγων στην προσωρινή εκεχειρία των παθών. Κρατάς το δαγκωμένοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Προσωρινή εκεχειρία παθών»».

«Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»

Ξεκίνησες στο ρέμα να’ σαι κόντρα, δεν ζήλεψες ποτέ σου τη φυγή, οι άνθρωποι δεν πρέπει να’ναι πιόνια, να ταξιδεύουν σαν πουλιά μες τη ζωή κι όταν βρεθούν χαμένοι μες τα χρόνια, να τους ανάβει πάλι η φλόγα τη ψυχή. Διψάσαμε στο δρόμο μα ποιον νοιάζει, και τραγουδάμε σαν παιδιά στη κουπαστή, χίλιες φουρτούνες στοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»».

«Ελέησον με…»

Καρδιά μου δάκρυσε, νιώσε τον πόνο, ζήτα στη θλίψη το μακρύ ταξίδι της γαλήνης. Ταλαιπωρημένη η ψυχή, χρόνια φυλακισμένη σε ένα άθλιο σώμα δε βλέπει ήλιο, δε νιώθει κανένα χάδι, δεν ελπίζει σε τίποτα. Ο πεντηκοστός κυλάει μέσα στο μυαλό συνέχεια, δυνατά αδιάληπτα. …τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω… Ξαφνικά βρίσκομαι σε μονοπάτια δύσβατα, καθαρά, τόσοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ελέησον με…»».

«Ένα βλέμμα κάποτε»

Κι ήταν εκείνα τα μάτια που γεμάτα δάκρυα και πόνο κοιτούσαν τη ζωή που έφευγε. Αποχαιρετούσαν το σώμα που επέστρεφε εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην. Εκείνα τα μάτια που κάποτε γελούσαν ανέμελα, και κοίταξαν λάγνα τα απόκρυφα της ζωής. Αυτό το βλέμμα, το στραμμένο στο κενό, το γεμάτο δάκρυα δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

«Ταξίδι Στους Δελφούς»

Σταματήσαμε μετά από ταξίδι μεγάλο, στη σκιά των χρησμών. Όμορφο  Αυγουστιάτικο απόγευμα, δροσερό, ποθητό σαν τη σάρκα σου. Οι κολόνες γύρω μας, η ανάσα πυκνή,  η μικρή πλατεία κι  εσύ. Τα μάτια τρέχουν, καταγράφουν,   προσπαθούν να μπουν μέσα σου, να μαντέψουν, να χορτάσουν. Τυχαία επαφή με το σώμα σου. Η αφηρημένη κίνηση ξυπνά τις αισθήσειςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ταξίδι Στους Δελφούς»».

«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι, ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου. Η προσευχή της Κυριακής είναι, η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας. Το χαμόγελο της Κυριακής είναι, τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Πρωινός ήλιος»».

Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν μαραμένα. Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της. Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους. Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο. Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή τού χειμώνα κι ένα πλήθος στιγμών χάνονται στοΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ωδή θανάτου».

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα. Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του. Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για τοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Στο νεκρό χρόνο της ζωής»».

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε. Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί. Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού. Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ένας δρόμος στην εξοχή»».