«Ταξίδι Στους Δελφούς»

Σταματήσαμε μετά από ταξίδι μεγάλο, στη σκιά των χρησμών.
Όμορφο  Αυγουστιάτικο απόγευμα, δροσερό, ποθητό σαν τη σάρκα σου.
Οι κολόνες γύρω μας, η ανάσα πυκνή,  η μικρή πλατεία κι  εσύ.
Τα μάτια τρέχουν, καταγράφουν,   προσπαθούν να μπουν μέσα σου, να μαντέψουν, να χορτάσουν.
Τυχαία επαφή με το σώμα σου.
Η αφηρημένη κίνηση ξυπνά τις αισθήσεις μου που λαχταρούν να τρυγήσουν τα κάλλη σου.
Αργά, μετά, γλυκά θα κοιμηθώ στο προσκεφάλι σου, γεμάτος δύναμη  κι ερωτηματικά, που δεν κατάφερε η Πυθία ν’ απαντήσει.
Αντίθετα, μόνο σκιές  να μου γεμίσει η απάντηση των δύο δρόμων.
Ποιος να’ ναι άραγε ο σωστός;
Σεπτέμβριος 2014
ΣΥΛΛΟΓΗ «ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ  «ΦΥΛΑΤΟΣ 2016


 

«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι,
ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών
και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου.
Η προσευχή της Κυριακής είναι,
η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών
και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας.
Το χαμόγελο της Κυριακής είναι,
τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια που δεν θα ειπωθούν ποτέ
από χείλη αινιγματικά και κατακόκκινα.
Οι στιγμές της Κυριακής είναι,
αυτές που αγγίζουν τη ψυχή, που κεντούν το μυαλό μ’ αναμνήσεις,
αυτές που πέρασαν τη βάσανο της καρδιά σου.

Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν μαραμένα.
Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της.
Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους.
Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο.
Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή τού χειμώνα κι ένα πλήθος στιγμών χάνονται στο τίποτα, σαν να μη τις έζησε ποτέ κανείς, πουθενά.
Το ταξίδι του χρόνου συνεχίζεται σ’ μένα ατέρμονο τέλος προς τη φθορά. Ένα ταξίδι απόκοσμο γεμάτο σκιές που κάποτε υπήρξαν κάτι.

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα.
Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του.
Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για το χρόνο που τρέχει νεκρός.
Οι κορυφές των δέντρων δείχνουν στα πουλιά το δρόμο κι ένα χαμόμηλο τολμά να λαχταρά την άνοιξη. Το πάτησα! Σταμάτησα κάθε ελπίδα προσμονής….
Έγειρα νηστικός και κουρασμένος στο κατώι σου, με το άθλιο ξινό κρασί σου μέθυσα κι εφιάλτες είδα στα όνειρα τα τόσο στείρα και πεζά, που απλόχερα μου χάριζε η ρακένδυτη, ζητιάνα μέρα!
Έπιασα χώμα λασπωμένο, χωρίς ζωή πάνω του, χωρίς καμία μυρωδιά. Εδώ είναι το τέλος σκέφτηκα κι ένα δάκρυ θόλωσε τα μάτια μου, απόσταγμα του πόνου και του ανεκπλήρωτου έρωτα με τη ζωή.
Γενιές ολόκληρες πέρασαν και χάθηκαν στον ορίζοντα του χρόνου χωρίς να μας διδάξουν τίποτα. Δεν μας αγκάλιασαν, πέρασαν κι ούτε μια λέξη δεν είπαν!
Σκυμμένος δένω τα κορδόνια μου, μα ούτε μια προσευχή δεν έκανα για Εσένα κι ας μύριζα κάθε άνοιξη, εκείνα τα λουλούδια του θανάτου δίπλα σου.
Το βλέμμα μου στα κυπαρίσσια. Ένα δάκρυ, τίποτα άλλο.
Τίποτα πια δεν θυμίζει εσένα.

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε.
Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί.
Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού.
Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένη μια ταμπέλα που ακόμη αναγγέλλει στον επισκέπτη «εξοχικόν κέντρον η παρέα»
Σπασμένα τζάμια γύρω μας, σκέτος τάφος πια που μόνο το τιτίβισμα των πουλιών το ζωντανεύει πια.
Δεν μπορώ να μη φανταστώ τις μέρες που έκρυβε παράνομους έρωτες, νιάτα κι οσμές πολλών ανθρώπων. Δεν μπορώ να μην αφουγκραστώ τα φαντάσματα των στιγμών που σταυρωμένα στο χρόνο περιμένουν άδικα την ανάσταση.
Προσπέρασαν οι άλλοι, προσπέρασα κι εγώ.
Η ζωή τρέχει, αδιαφορεί, ξεχνά.

«Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»

Μια προσευχή για εκείνους που έμειναν μόνοι στο ταξίδι της ζωής, που έχασαν το τραίνο της αγάπης και ρίζωσαν σε λίγα μέτρα γης σ’ άγονο τόπο, κρύο και διψασμένο.
Ένα άγγιγμα, κάτι σαν χάδι, στα παγωμένα τους χέρια που δεν ζεστάθηκαν ποτέ κι άλλη καρδιά δεν χτύπησε για εκείνους, που μάτια δεν τους θώρησαν γλυκά, μοναδικά, αχόρταγα, ερωτικά και δακρυσμένα.
Καλές οι θάλασσες να ευχηθούμε στο καράβι τους το ρημαγμένο, μακριά από ξέρες, συμπληγάδες και ληστές. Μακριά από ψεύτικες ανάσες και πικρές ποτισμένες με κώνειο γιορτές.
Ένα κερί για τις ψυχές τις μοναχές.
Μια ευχή, ένα δάκρυ κι ίσως μια καλησπέρα να είναι αρκετή.

«Επιβάτες Του Χρόνου»

Είναι ώρα, κουρασμένος πια απ’ το ταξίδι του χρόνου, ν’ ακουμπήσω τις αποσκευές μου στο βρεγμένο χώμα, στο γεμάτο νεκρές μνήμες και ταξίδια που δεν ξεκίνησαν ποτέ.
Πέτρινα βήματα, χαραγμένο το διάβα μου, ανάμεσα στο ουρλιαχτό τού λύκου και στο νιαούρισμα τής γάτας.
Ματαιοπονώ και το ξέρω.
Ξεθωριασμένες φωτογραφίες, πεταμένες  άτακτα στα συρτάρια σκιαγραφούν τη ματαιότητα, τη φθαρτότητα και την πτώση ενός σώματος, που παρασύρει ανελέητα την ψυχή στο δικό της ξεπεσμό.
Δεν αντέχεται τούτο το πρωινό  με την ομίχλη να σκεπάζει το βλέμμα μου, τον ορίζοντα του αύριο και να μουδιάζει το μυαλό μου.
Οι Σειρήνες της υπόσχεσης με καλούν για ένα ακόμη μάταιο ταξίδι στο σκοτάδι.
Πού είναι εκείνο το μονοπάτι που οδηγούσε στο φως; Αναρωτιέμαι.
Χαράματα και νιώθω θαμμένος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, της βαθιάς νύχτας, της αξημέρωτης.

«Μέρα Χριστουγέννων»

Με  άδεια χέρια έρχομαι.
Δεν έχω δώρα που να μπαίνουν σε κουτιά, πολύχρωμες κορδέλες, φωτάκια, παραμύθια.
Ευχές σου φέρνω μόνο, φτιαγμένες απ’ τους χτύπους της καρδιάς μου και τα όνειρα που έκανα τότε, κάτω από το στολισμένο δέντρο.
Αναστενάζω και κοιτώ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στα γκρίζα σύννεφα, που είναι σκληρά σαν το χρόνο, αγκαλιά με το βουνό.
Αργά τα βήματα μου, φοβισμένα.
Θα έλεγα, πως βαδίζω έναν δρόμο που δεν γνωρίζω πια.
Χρόνια πριν έχασα την οσμή του και θόλωσε η εικόνα του μπροστά μου.
Να σε χαρούν τα μάτια μου για λίγο, θέλω.
Ν’ ακούσω να μου λες πως είσαι καλά.
Τίποτα άλλο.

«Μνήμες Πατρίδα μου»

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει
παραμένει ο πόθος στην καρδιά ζωντανός
ιστορία και θρύλος πάνω σ’ ένα μπαλκόνι
μια σημαία μονάχη κι ένας γκρίζος ιστός.
Πώς θα πω στα παιδιά μου ποιος είμαι τι νιώθω
μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί
το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη
πληγωμένη Ελλάδα και μνήμη πικρή.
Ο αγέρας γεμίζει με λάβαρα πάλι
ο μαρμαρωμένος ξυπνάει Βασιλιάς
προσκυνά στης Σοφιάς της Αγίας τη Χάρη
καβαλάρης περνά νικητής της χαράς.
Μια ακτίνα του ήλιου τα μάτια μου κλείνει
και λαχτάρα με πιάνει ένα δάκρυ κυλά
πότε θα’βρω Χριστέ μου το χρυσό παλικάρι
κι η ψυχή να πετάξει στα ουράνια ξανά.

«Έφυγες»

Οι αέρηδες κόπασαν εκεί ψηλά στη γειτονιά σου.
Οι ιαχές του πολέμου έπαψαν, πενθούν το σύντροφό τους, το μαχητή που κρατούσε ψηλά τη ζωή μας.
Πιάνω με πείσμα το πρόσωπό μου, δεν θα κλάψω, δεν θα λυγίσω. Ποιος κλαίει τα παλικάρια του, δάκρυ ανθρώπινο γι’ αυτούς δεν έχει.
Ο ουρανός τους κλαίει.