Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν μαραμένα. Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της. Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους. Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο. Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή τού χειμώνα κι ένα πλήθος στιγμών χάνονται στοΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ωδή θανάτου».

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα. Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του. Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για τοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Στο νεκρό χρόνο της ζωής»».

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε. Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί. Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού. Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ένας δρόμος στην εξοχή»».

«Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»

Μια προσευχή για εκείνους που έμειναν μόνοι στο ταξίδι της ζωής, που έχασαν το τραίνο της αγάπης και ρίζωσαν σε λίγα μέτρα γης σ’ άγονο τόπο, κρύο και διψασμένο. Ένα άγγιγμα, κάτι σαν χάδι, στα παγωμένα τους χέρια που δεν ζεστάθηκαν ποτέ κι άλλη καρδιά δεν χτύπησε για εκείνους, που μάτια δεν τους θώρησαν γλυκά,Συνεχίστε να διαβάζετε ««Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»».

«Επιβάτες Του Χρόνου»

Είναι ώρα, κουρασμένος πια απ’ το ταξίδι του χρόνου, ν’ ακουμπήσω τις αποσκευές μου στο βρεγμένο χώμα, στο γεμάτο νεκρές μνήμες και ταξίδια που δεν ξεκίνησαν ποτέ. Πέτρινα βήματα, χαραγμένο το διάβα μου, ανάμεσα στο ουρλιαχτό τού λύκου και στο νιαούρισμα τής γάτας. Ματαιοπονώ και το ξέρω. Ξεθωριασμένες φωτογραφίες, πεταμένες  άτακτα στα συρτάρια σκιαγραφούν τηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Επιβάτες Του Χρόνου»».

«Μέρα Χριστουγέννων»

Με  άδεια χέρια έρχομαι. Δεν έχω δώρα που να μπαίνουν σε κουτιά, πολύχρωμες κορδέλες, φωτάκια, παραμύθια. Ευχές σου φέρνω μόνο, φτιαγμένες απ’ τους χτύπους της καρδιάς μου και τα όνειρα που έκανα τότε, κάτω από το στολισμένο δέντρο. Αναστενάζω και κοιτώ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στα γκρίζα σύννεφα, που είναι σκληρά σαν το χρόνο, αγκαλιάΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Μέρα Χριστουγέννων»».

«Μνήμες Πατρίδα μου»

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει παραμένει ο πόθος στην καρδιά ζωντανός ιστορία και θρύλος πάνω σ’ ένα μπαλκόνι μια σημαία μονάχη κι ένας γκρίζος ιστός. Πώς θα πω στα παιδιά μου ποιος είμαι τι νιώθω μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη πληγωμένη Ελλάδα και μνήμη πικρή.Συνεχίστε να διαβάζετε ««Μνήμες Πατρίδα μου»».

«Έφυγες»

Οι αέρηδες κόπασαν εκεί ψηλά στη γειτονιά σου. Οι ιαχές του πολέμου έπαψαν, πενθούν το σύντροφό τους, το μαχητή που κρατούσε ψηλά τη ζωή μας. Πιάνω με πείσμα το πρόσωπό μου, δεν θα κλάψω, δεν θα λυγίσω. Ποιος κλαίει τα παλικάρια του, δάκρυ ανθρώπινο γι’ αυτούς δεν έχει. Ο ουρανός τους κλαίει.

Το ταξίδι των σκιών

Παγώνει το βλέμμα μου στης κουπαστής την άκρη, κι αναρωτιέμαι ποιο θα μπορούσε   να ’ναι το όνομα της βάρκας. Τι είναι αυτό το ξαφνικό ταξίδι που μου ’παν πως θα κάνω; Ποιος το ορίζει, ποιος δίνει άραγε τη διαταγή γι’ αυτό; Δεκάδες βλέπω περιμένουν στη σειρά, σ’ ένα τοπίο άχρωμο, νεκρό στου Αχέροντα την όχθη,Συνεχίστε να διαβάζετε «Το ταξίδι των σκιών».

«Η μοναξιά ενός κηπουρού»

Μοναξιά περιβάλλει τα έρημα πλήθη και τις ανυπόμονες ψυχές που νοσταλγούν, μέσα στ’ απόκρυφα μονοπάτια του μυαλού  το χαμένο Παράδεισο. Στοιχειωμένες σκέψεις, παράσιτα, ορθώνονται μπροστά μου  γεμίζοντας το κεφάλι μου με ενοχές για τα πάντα. Αδέσποτα σκυλιά τρέχουν ξωπίσω μου, νιώθοντας κι εγώ πως είμαι ένας μ’ αυτά, χαμένος στα άδεια στενά της πόλης. ΑπόλυτοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Η μοναξιά ενός κηπουρού»».