«Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»

Ξεκίνησες στο ρέμα να’ σαι κόντρα, δεν ζήλεψες ποτέ σου τη φυγή, οι άνθρωποι δεν πρέπει να’ναι πιόνια, να ταξιδεύουν σαν πουλιά μες τη ζωή κι όταν βρεθούν χαμένοι μες τα χρόνια, να τους ανάβει πάλι η φλόγα τη ψυχή. Διψάσαμε στο δρόμο μα ποιον νοιάζει, και τραγουδάμε σαν παιδιά στη κουπαστή, χίλιες φουρτούνες στοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»».

«Ελέησον με…»

Καρδιά μου δάκρυσε, νιώσε τον πόνο, ζήτα στη θλίψη το μακρύ ταξίδι της γαλήνης. Ταλαιπωρημένη η ψυχή, χρόνια φυλακισμένη σ’ ένα άθλιο σώμα που δε βλέπει ήλιο, δε νιώθει κανένα χάδι, δεν ελπίζει σε τίποτα. Ο πεντηκοστός κυλάει στο μυαλό αδιάληπτα. …τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω… Ξαφνικά βρίσκομαι σε μονοπάτια δύσβατα μα καθαρά, τόσο παράταιραΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ελέησον με…»».

«Ένα βλέμμα κάποτε»

Κι ήταν εκείνα τα μάτια που γεμάτα δάκρυα και πόνο κοιτούσαν τη ζωή που έφευγε. Αποχαιρετούσαν το σώμα που επέστρεφε εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην. Εκείνα τα μάτια που κάποτε γελούσαν ανέμελα, που κοίταξαν λάγνα τα απόκρυφα της ζωής. Αυτό το βλέμμα, το στραμμένο στο κενό, το γεμάτο δάκρυα δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

«Ταξίδι Στους Δελφούς»

Σταματήσαμε μετά από ταξίδι μεγάλο, στη σκιά των χρησμών. Όμορφο  Αυγουστιάτικο απόγευμα, δροσερό, ποθητό σαν τη σάρκα σου. Οι κολόνες γύρω μας, η ανάσα πυκνή,  η μικρή πλατεία κι  εσύ. Τα μάτια τρέχουν, καταγράφουν,   προσπαθούν να μπουν μέσα σου, να μαντέψουν, να χορτάσουν. Τυχαία επαφή με το σώμα σου. Η αφηρημένη κίνηση ξυπνά τις αισθήσειςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ταξίδι Στους Δελφούς»».

«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι, ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου. Η προσευχή της Κυριακής είναι, η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας. Το χαμόγελο της Κυριακής είναι, τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Πρωινός ήλιος»».

Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν νικημένα στον αδυσώπητο αγώνα της ζωής. Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της. Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους. Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο. Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή του χειμώνα κιΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ωδή θανάτου».

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου να αντανακλά στη θάλασσα, σε είδα. Γαλήνια φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημά μου. Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για το χρόνο που τρέχειΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Στο νεκρό χρόνο της ζωής»».

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε. Ανάσα στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη μου αν δεν στεκόμασταν εκεί. Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά όμως, λες κι ήταν πόνος της ψυχής. Πλάι, πεσμένη άσχημηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ένας δρόμος στην εξοχή»».

«Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»

Μια προσευχή για εκείνους που έμειναν μόνοι στο ταξίδι της ζωής, που έχασαν το τραίνο της αγάπης και ρίζωσαν σε λίγα μέτρα γης, σ’ άγονο τόπο, κρύο και διψασμένο. Ένα άγγιγμα μόνο, κάτι σαν χάδι, στα παγωμένα τους χέρια που δε ζεστάθηκαν ποτέ κι άλλη καρδιά δε χτύπησε ποτέ για εκείνους. Μάτια δεν τους θώρησανΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»».

«Επιβάτες Του Χρόνου»

Είναι ώρα, κουρασμένος πια απ’ το ταξίδι του χρόνου, ν’ ακουμπήσω τις αποσκευές μου στο βρεγμένο χώμα, στο γεμάτο νεκρές μνήμες και όνειρα που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Πέτρινα βήματα με χαραγμένο το διάβα μου, ανάμεσα στο ουρλιαχτό τού λύκου και στο νιαούρισμα τής γάτας. Ματαιοπονώ και το ξέρω. Ξεθωριασμένες φωτογραφίες, πεταμένες  άτακτα στα συρτάρια σκιαγραφούνΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Επιβάτες Του Χρόνου»».