«Μέρα Χριστουγέννων»

Με  άδεια χέρια έρχομαι. Δεν έχω δώρα να σου δώσω τυλιγμένα με πολύχρωμες κορδέλες. Ευχές σου φέρνω μόνο, φτιαγμένες απ’ τους χτύπους της καρδιάς μου και τα όνειρα που έκανα κάτω από το στολισμένο δέντρο. Αναστενάζω και κοιτώ βαθιά στον ορίζοντα τα γκρίζα σύννεφα, που αγκαλιά με το βουνό είναι σκληρά σαν το χρόνο. ΑργάΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Μέρα Χριστουγέννων»».

«Μνήμες Πατρίδα μου»

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει παραμένει ο θρύλος στην καρδιά ζωντανός ιστορία και αγώνας πάνω σ’ ένα μπαλκόνι μια σημαία στον άνεμο κι ένας γκρίζος ιστός. Πώς να πω στα παιδιά μου στ’ αλήθεια τι νιώθω; Μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη πληγωμένη Ελλάδα και μνήμηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Μνήμες Πατρίδα μου»».

«Έφυγες»

Οι αέρηδες κόπασαν ψηλά στη γειτονιά σου. Οι ιαχές του πολέμου έπαψαν, όλοι πενθούν τιμούν το μαχητή που κρατούσε περήφανα τη ζωή μας στα χέρια του. Πιάνω με πείσμα το πρόσωπό μου, δε θα κλάψω, δε θα λυγίσω. Ποιος κλαίει τα παλικάρια του; Δάκρυ ανθρώπινο γι’ αυτούς δεν έχει. Ο ουρανός τους κλαίει.

Το ταξίδι των σκιών

Παγώνει το βλέμμα μου στης κουπαστής την άκρη, κι αναρωτιέμαι, παράλογα ίσως, ποιο θα μπορούσε να ’ναι τ’ όνομα της βάρκας. Τι είναι αυτό το ξαφνικό ταξίδι που μου ’παν πώς θα κάνω; Ποιος τ’ ορίζει, ποιος δίνει άραγε τη διαταγή γι’ αυτό; Δεκάδες βλέπω περιμένουν στη σειρά, σ’ ένα τοπίο άχρωμο, νεκρό στου ΑχέρονταΣυνεχίστε να διαβάζετε «Το ταξίδι των σκιών».

«Η μοναξιά ενός κηπουρού»

Μοναξιά περιβάλλει τα έρημα πλήθη και τις ανυπόμονες ψυχές που νοσταλγούν μέσα στ’ απόκρυφα μονοπάτια του μυαλού  το χαμένο Παράδεισο. Στοιχειωμένες σκέψεις, παράσιτα ορθώνονται γεμίζοντάς μας με ενοχές για τα πάντα. Αδέσποτα σκυλιά τρέχουν ξωπίσω μας, νιώθοντας  πως κι εμείς είμαστε ένα μ’ αυτά, χαμένοι στα άδεια στενά της πόλης. Απόλυτο χάος στη ζωή μας, Συνεχίστε να διαβάζετε ««Η μοναξιά ενός κηπουρού»».

«Χριστούγεννα»

Άστρα με χρώμα και φως κύλισαν στην εικόνα. Φώτισε η νύχτα κι άλλαξε η όψη της. Δεν σε φοβίζει πια το έρεβος που κουβαλάει, ούτε το σώμα σου υποφέρει στο κρύο του Δεκέμβρη. Το μήνυμα της ζωής ήρθε και το μείγμα της γνώσης είναι ανάμεσά μας. Στέκεται ακούραστο μπροστά στ’ αδάμαστο μυαλό  που ακόμη αμφιβάλλει.Συνεχίστε να διαβάζετε ««Χριστούγεννα»».

«Αυτοφωτογραφίζομαι»Γιάννης Μύρτσης

Αυτοφωτογραφίζομαι κι εκθέτω τον εαυτό μου οικειοθελώς στα βλέμματα των άλλων. Δεν βάζω όρια στο χαμόγελό μου και  ποντάρω πολλά στην ομορφιά μου. Φωτογραφίζω τις στιγμές μια καθημερινότητας, που πασχίζω με νύχια και με δόντια να κρατήσω στα μάτια όλων ευτυχισμένη και βγάζω μπροστά, αυτό που θα ’θελα να είμαι. Πίσω μου απλώνεται εκείνο τοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Αυτοφωτογραφίζομαι»Γιάννης Μύρτσης».

«Σιωπώντας» Γιάννης Μύρτσης

Απλανές βλέμμα, σκαμμένο πρόσωπο, γκρίζα μαλλιά, φορτωμένος στην πλάτη τα χρόνια του νου. Πίσω οι μέρες υφαίνουν το δικό τους γαϊτανάκι τραγουδώντας αδιάκοπα αυτά που έζησαν. Έβαψαν με χρώματα λύπης, θυμού, καλοσύνης, αδιαφορίας κι αγάπης τις ώρες τους. Τα ροζιασμένα χέρια είναι κρύα, άδεια. Η μη ταυτόχρονη φυγή βάσανα φέρνει. Πως μπορεί το μυαλό ναΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Σιωπώντας» Γιάννης Μύρτσης».

«Εφημέριος Γεωργίου» Γιάννης Μύρτσης

Ο Εφημέριος Γεωργίου πέθανε. Τον βρήκαν νεκρό στο σπίτι του μέρες μετά και χωρίς πομπές, κόσμο και δάκρυα, οδηγήθηκε στην τελευταία του κατοικία. Ήταν καλός άνθρωπος και καλός πολίτης, συνετός σε όλα του. Δεν ξενυχτούσε, δεν έπινε κι έκανε πάντα συντροφιά με ευσεβείς  και σπουδαγμένους. Ο νους του δεν έβαζε άσχημους λογισμούς κι ούτε ποθούσεΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Εφημέριος Γεωργίου» Γιάννης Μύρτσης».

«Η ζωή μας» Γιάννης Μύρτσης

Η ύπαρξή μας ζυμωμένη με αυταπάτες, διαφημιστικά φυλλάδια κενόδοξα, με ψέμα. Μια πρέζα αλήθειας μοναχά για τα δύσκολα, για εκείνα που πιστεύαμε πως δε θα ’ρθουνε για εμάς. Μας έταξε η ζωή πως θα ζήσουμε τ’ όνειρο και κατέληξε εφιάλτης, καθώς δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τα ζύγια της σωστά. Άκομψες, ανούσιες και άθλιες οι πράξειςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Η ζωή μας» Γιάννης Μύρτσης».