«Μνήμες Πατρίδα μου»

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει
παραμένει ο πόθος στην καρδιά ζωντανός
ιστορία και θρύλος πάνω σ’ ένα μπαλκόνι
μια σημαία μονάχη κι ένας γκρίζος ιστός.
Πώς θα πω στα παιδιά μου ποιος είμαι τι νιώθω
μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί
το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη
πληγωμένη Ελλάδα και μνήμη πικρή.
Ο αγέρας γεμίζει με λάβαρα πάλι
ο μαρμαρωμένος ξυπνάει Βασιλιάς
προσκυνά στης Σοφιάς της Αγίας τη Χάρη
καβαλάρης περνά νικητής της χαράς.
Μια ακτίνα του ήλιου τα μάτια μου κλείνει
και λαχτάρα με πιάνει ένα δάκρυ κυλά
πότε θα’βρω Χριστέ μου το χρυσό παλικάρι
κι η ψυχή να πετάξει στα ουράνια ξανά.
Advertisements

«Έφυγες»

Οι αέρηδες κόπασαν εκεί ψηλά στη γειτονιά σου.
Οι ιαχές του πολέμου έπαψαν, πενθούν το σύντροφό τους, το μαχητή που κρατούσε ψηλά τη ζωή μας.
Πιάνω με πείσμα το πρόσωπό μου, δεν θα κλάψω, δεν θα λυγίσω. Ποιος κλαίει τα παλικάρια του, δάκρυ ανθρώπινο γι’ αυτούς δεν έχει.
Ο ουρανός τους κλαίει.

Το ταξίδι των σκιών

Παγώνει το βλέμμα μου στης κουπαστής την άκρη, κι αναρωτιέμαι ποιο θα μπορούσε   να ’ναι το όνομα της βάρκας.
Τι είναι αυτό το ξαφνικό ταξίδι που μου ’παν πως θα κάνω;
Ποιος το ορίζει, ποιος δίνει άραγε τη διαταγή γι’ αυτό;
Δεκάδες βλέπω περιμένουν στη σειρά, σ’ ένα τοπίο άχρωμο, νεκρό στου Αχέροντα την όχθη, κι έμειναν σκιές, χωρίς την όψη τη γλυκιά, χωρίς λαλιά, χωρίς τραγούδι.
Είναι η σειρά μου τώρα, ερημιά παντού και κυλάω στο ρέμα μαζί μ’ εκείνον που ώρες έβλεπα να κάνει την ίδια διαδρομή.
Δε μου μιλά, δε βγάζει λέξη. Μαύρος στην όψη κι ασάλευτος κι αυτός, σαν το ποτάμι, μοιάζει με ζωγραφιά.
Δε ρώτησε αν έχω νόμισμα να πληρωθεί τον κόπο του, δε μου ’πε τίποτα.  δε νοιάστηκε τι αφήνω πίσω μου, αν νοσταλγώ, αν αγαπώ κι αν είχα κι άλλα βήματα μπροστά να κάνω.
Ούτε πουλί, ούτε αγρίμι γύρω μας, μόνο βοή βαθιά στις κάτω ρεματιές. Κατηφορίζουν τα νερά κι όλα μοιάζουν να τρέχουν.
Τίποτα δεν έκανα ακόμη βαρκάρη, ακούς;
Τη ζωή την έζησα στο ψέμα και στα πρέπει. Δεν άφησα την καρδιά μου να χτυπήσει ελεύθερα, ν’ αγαπήσει, να πληγωθεί κι έχασα την πορεία μου στ’ ανθρώπινο μοιρολόγι . Μ’ ακούς; Πες μου που να σε πάρει μ’ ακούς;
Δεν ξεδιψάω απ’ το νερό σου, δε θέλω να ξεχάσω τίποτα απ’ τ’ ανθρώπινά μου πάθη! Θέλω να νιώθω, να θυμάμαι τη ζωή, το πέρασμά μου από το φως. Ακούς;

«Η μοναξιά ενός κηπουρού»

Μοναξιά περιβάλλει τα έρημα πλήθη και τις ανυπόμονες ψυχές που νοσταλγούν, μέσα στ’ απόκρυφα μονοπάτια του μυαλού  το χαμένο Παράδεισο.
Στοιχειωμένες σκέψεις, παράσιτα, ορθώνονται μπροστά μου  γεμίζοντας το κεφάλι μου με ενοχές για τα πάντα.
Αδέσποτα σκυλιά τρέχουν ξωπίσω μου, νιώθοντας κι εγώ πως είμαι ένας μ’ αυτά, χαμένος στα άδεια στενά της πόλης.
Απόλυτο χάος στη ζωή μας,  όλα  γίνονται χωρίς κανόνες πια.
Αριστερά μανιφέστα, ξεδιάντροπα και δεξιές δοξασίες ανυπόφορες. Άδεια ακούγονται τα λόγια τους σαν ήχος ντενεκέ, φάλτσα,  από έναν λαό που θυσιάζει καθημερινά τα παιδιά του καρτερώντας το λευκό πανί του πλοίου. Μάταια!
Στη νύχτα, τη βαθιά του Ερέβους τη θυγατέρα, δε φάνηκε ούτε σήμερα κείνο τ’ άστρο κι η σωτηρία μας αναβάλλεται μέχρι νεωτέρας. Υπομονή. Πόσο πια;
Σιχαμερά σκουλήκια κατατρώγουν τις σάρκες μας  κι όλα γύρω μας ψέμα μέσα στο ψέμα. Θολό το βλέμμα από το δάκρυ. Άδικος ο κόπος, δεν αλλάζουν πια τα ρητά. Το πεπρωμένο φυγείν  αδύνατον, κισμέτ το λένε κάποιοι άλλοι.
Πλανεμένα βήματα, διαρκώς ξεστρατίζουν αναζητώντας ανυπόμονα το σταθμό τους  σαν λοταρία στο ξεκίνημα της νέας μέρας. Της κάθε μέρας, της ίδιας μέρας.
Άγουρα κορμιά στον έρωτα χωρίς αγάπη, χωρίς συναίσθημα, χωρίς την προσμονή της αυριανής αγκαλιάς. Το τώρα επιβάλουμε στα συναισθήματά μας,  το αύριο, το άπειρο, δεν μας αγγίζουν πια….
Λαθεμένα ίσως, αγαπήσαμε την αμαρτία, που παρόλη της τη γύμνια,  δίνει ζωή και φλόγα στα φθαρμένα μας όνειρα.
Μπορεί…..

«ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ»

EDOS_MOU_FB

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΠΝΟΗ» η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Μύρτση «Εντός μου». Είναι η τρίτη στη σειρά, μετά «Τα δάκρυα του έρωτα» (εκδόσεις Φυλάτος) και “Στις γραμμές του τραίνου” (createspace). Επιπλέον στο ενεργητικό του έχει τη συγγραφή του εφηβικού διηγήματος «Η πέτρα της τύχης» (εκδόσεις Φυλάτος).
Στη νέα του δουλειά ο δημιουργός περιγράφει μέσα από τους στίχους του με συγκεκριμένη και απόλυτα κατανοητή γραφή, σκέψεις, συναισθήματα, αναζήτηση με λυρισμό και αλήθεια ζωής. Δεν αναλώνεται σε ανούσιους συμβολισμούς, αλλά προσεγγίζει την αισθητική του κοινού με σεβασμό και εξομολογητική διάθεση, κάνοντας τον αναγνώστη κοινωνό σ” ένα ταξίδι λόγου, γεμάτο εικόνες με χρώμα και νοερούς μελωδικούς ήχους.

«Χριστούγεννα»

Άστρα με χρώμα και φως κύλισαν στην εικόνα.
Φώτισε η νύχτα κι άλλαξε η όψη της. Δεν σε φοβίζει πια το έρεβος που κουβαλάει, ούτε το σώμα σου υποφέρει στο κρύο του Δεκέμβρη.
Το μήνυμα της ζωής ήρθε και το μείγμα της γνώσης είναι ανάμεσά μας. Στέκεται ακούραστο μπροστά στ’ αδάμαστο μυαλό  που ακόμη αμφιβάλλει.
Κι ανθίζει η γη μες στον χειμώνα κι αρώματα παράξενα, γλυκά, γεμίζουν τη ψυχή μας.
Νιώθουμε τ’ άγγιγμα της αγάπης στους ώμους μας  και το φτερούγισμα της καρδιάς προς τ’ άπειρο τούτου του κόσμου, αγαλλίαση φέρνει στους χτύπους της.
Στην κόψη της ιστορίας σταμάτησε ο νους, στην αλήθεια και στο ψέμα, σ’ εκείνο το μεταίχμιο της λογικής και της τρέλας, αναζητώντας την αλήθεια που δεν μπορεί να δει.
Μίλα μου, μη σωπαίνεις  τούτες τις ώρες της γέννησης του Φωτός. Άνοιξε την κλειδωμένη σου καρδιά και σπάσε τα δεσμά του μίσους. Χαμογέλασε προς τη ζωή Του.
Τώρα είναι η στιγμή να μαρτυρήσεις  τ’ ανείπωτα σου.

«Αυτοφωτογραφίζομαι»Γιάννης Μύρτσης

Αυτοφωτογραφίζομαι λοιπόν κι εκθέτω τον εαυτό μου οικειοθελώς στα βλέμματα των άλλων.
Δεν βάζω όρια στο χαμόγελό μου και  ποντάρω πολλά στην ομορφιά μου.
Φωτογραφίζω τις στιγμές μια καθημερινότητας που πασχίζω με νύχια και με δόντια να κρατήσω στα μάτια όλων ευτυχισμένη και βγάζω μπροστά, αυτό που θα ‘θελα να είμαι.
Πίσω μου απλώνεται εκείνο το ανατριχιαστικό, παγωμένο σκοτάδι και νιώθω τη νεκρική ευθεία των συναισθημάτων μου, σ’ ένα αδιαπέραστο κενό ισοπεδωτικής μοναξιάς.
Χαμογελάω, μα πίσω από τις μπογιές και τα φτιασίδια κατοικεί η αλήθεια που στο στιγμιαίο άνοιγμα του κλείστρου δεν μπορεί να φανεί.
Αυτοφωτογραφίζομαι και καλώ εσάς τους γύρω μου, γνωστούς κι αγνώστους να με προσέξετε, για να  με πείσω πως υπάρχω.
Αυτοφωτογραφίζομαι ελπίζοντας πως θα διεγείρω το γενετήσιο ένστικτο σας, το αίσθημα του θαυμασμού ή και της λύπης σας ακόμη. Όλα δεκτά.
Αυτοφωτογραφίζομαι, πιστεύοντας πως αυτό είναι η μόνη αλήθεια και πως μόνο μέσα απ’αυτό μπορώ ν’ αλλάξω τη ζωή μου.
Αυτοφωτογραφίζομαι λοιπόν, άρα υπάρχω!

«Σιωπώντας» Γιάννης Μύρτσης

Ανάλαφρο βλέμμα, σκαμμένο πρόσωπο, μαλλιά γκρίζα, φορτωμένος στην πλάτη τα χρόνια του νου.
Πίσω οι μέρες υφαίνουν το δικό τους γαϊτανάκι τραγουδώντας αδιάκοπα αυτά που έζησαν. Έβαψαν με χρώματα λύπης, θυμού, καλοσύνης, αδιαφορίας κι αγάπης τις ώρες τους.
Τα ροζιασμένα χέρια είναι κρύα, άδεια. Η μη ταυτόχρονη φυγή βάσανα μόνο φέρνει. Πως μπορεί το μυαλό να χωρέσει αυτή τη τρελή μοναξιά; Δεν μπορεί!
Γκρίζες οι εικόνες του βιβλίου και θολά είναι γραμμένα τα γράμματα πάνω του. Δεν μπορείς να τα διαβάσεις.
Τι δράμα! Πόσα μπορούσες κάποτε να κάνεις.
Ένα παγκάκι έχει ακόμη πάνω τα ίχνη της, έτσι θέλει να πιστεύει και τ’ ακουμπάει πέρα ως πέρα συνέχεια, ασταμάτητα.
Περπατά χωρίς φως, ξένος στα γνωστά μονοπάτια και τίποτα δεν είναι πια οικείο, σαν τις γεύσεις των φαγητών, τις άσχημες, που ’φεραν γνωστικοί απ’ άλλα μέρη.
Ένας μικρός  σταυρός κι ένα κοχύλι είναι η θύμηση της αφής. Τόσο κοντά, μα κάτω από το χώμα είναι η αληθινή αγάπη κι οι αδύναμοι χτύποι μιας καρδιάς που αγάπησε τόσο, ακόμη επιμένουν.
Όλα δείχνουν χλωμά κάτω από το φως του φεγγαριού που δεν μπορεί πια να μαγεύει τις αισθήσεις, ούτε να έχει τη λάμψη του καλοκαιριού. Αντίθετα μαύρους συνειρμούς εγείρει η εικόνα του.
Θάνατος απλώνεται στην παγωμένη σκέψη, τίποτε άλλο.
Δάκρυα πνίγουν συχνά το βλέμμα κι η θέληση κουρασμένη δεν κάνει ούτε ένα βήμα παρακάτω. Έμεινε στη σκιά εκείνης της μέρας, στην ίδια ώρα, στο ίδιο λεπτό.
Σφράγισαν ξαφνικά οι έξοδοι των ονείρων και το κλειδί  τους παράπεσε σε μια χαραμάδα στα φθαρμένα σανίδια κι έμεινες στα ξένα μονάχος, λες και μίσεψε η καρδιά σου για πάντα.
Μακρύς ο δρόμος της ζωής με κοινές σκέψεις, σκοπούς και θέλω. Ζύγωνε ο ένας τον άλλον χωρίς φόβο, έτσι τώρα η μοναξιά είναι αγεφύρωτο χάσμα με τη ζωή.
Απλωμένο συχνά το χέρι ψηλά, με το μουρμουρητό της βαριάς ανάσας σαν προσευχή να καλεί το αύριο να έρθει όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Μια καρδιά μόνη δεν μπορεί να χτυπά στ’ αλήθεια.

«Εφημέριος Γεωργίου» Γιάννης Μύρτσης

Ο Εφημέριος Γεωργίου πέθανε. Τον βρήκαν νεκρό στο σπίτι του μέρες μετά και χωρίς πομπές, κόσμο και δάκρυα, οδηγήθηκε στην τελευταία του κατοικία.
Ήταν καλός άνθρωπος και καλός πολίτης, συνετός σε όλα του. Δεν ξενυχτούσε, δεν έπινε κι έκανε πάντα συντροφιά με ευσεβείς  και σπουδαγμένους.
Ο νους του δεν έβαζε άσχημους λογισμούς κι ούτε ποθούσε το κορμί το γυναικείο, καθώς ο δάσκαλος του είχε πει πως είναι αμαρτία.
Έμεινε μόνος στη ζωή, γυναίκα πλάι του δε θέλησε, δε θα μπορούσε άλλωστε  να τα καταφέρει. Πολλές οι ευθύνες, σκέφτονταν.
Ταξίδια μακρινά δεν τόλμησε να κάνει. Κίνδυνος, κούραση, χαμένα χρήματα. Τι τα θες, έλεγε κι έσκυβε το κεφάλι.
Στο γήπεδο πότε του δεν πήγε. Βία και συμφορά, έλεγε στον ξάδελφο του κάθε Χριστούγεννα, στο τραπέζι που τον καλούσε η θειά του. Δεν είχε άλλους στη ζωή.
Υπάλληλος του δήμου ήταν, χωρίς πολλές απαιτήσεις κι ένα γερό κομπόδεμα για ώρα ανάγκης που  ’μεινε απείραχτο ως το τέλος, χωρίς να καταφέρει να τον σώσει.
Ο Εφημέριος Γεωργίου πέθανε. Σ’ ένα χαρτί το ’γραψε ο νεκροθάφτης κι όσοι το διάβαζαν ρωτούσαν ποιος είναι αυτός.
Έφυγε κι ούτε ένα δάκρυ δε χύθηκε για κείνον.
Οι καφέδες και τα ποτήρια με κονιάκ έτσι έμειναν, ανέγγιχτα στο τραπέζι.
Ούτε ένα καλό κατευόδιο δεν ακούστηκε από μια τρεμάμενη φωνή.
Σταυρό στον τάφο του κανείς δε θα του βάλει κι όταν ξεθωριάσουν και σβήσουν τα γράμματα του ονόματός του στο χαρτί, στο στύλο της ΔΕΗ, θα είναι σαν να μην πέρασε ποτέ.

«Η ζωή μας» Γιάννης Μύρτσης

Η ύπαρξή μας ζυμωμένη με αυταπάτες, διαφημιστικά φυλλάδια κενόδοξα, με ψέμα. Μια πρέζα αλήθειας μοναχά για τα δύσκολα, για εκείνα που πιστεύαμε πως δε θα ’ρθουνε για εμάς.
Μας έταξε η ζωή πως θα ζήσουμε τ’ όνειρο και κατέληξε εφιάλτης, καθώς δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τα ζύγια της σωστά.
Άκομψες, ανούσιες και άθλιες οι πράξεις μας – προς τον εαυτό μας – και όσες στιγμές θα άξιζε να τις ζήσουμε με πάθος, τις δώσαμε ενέχυρο για τριάντα αργύρια (τόσο αξιολογήσαμε την ψυχή μας).
Σκυφτοί και πληγωμένοι είμαστε στο διάβα της, αναζητώντας το τέλος του έντιμου αυτόχειρα στη στερνή ανηφόρα της μοναξιάς μας.
Επιτέλους λέμε σαν νιώθουμε το θάνατο κοντά μας, σαν μας ακουμπά η ανάσα του και σβήνουν τα φανάρια της ελπίδας ένα, ένα. Καμιά φορά κλαίμε από χαρά για το μαρτύριο που τελειώνει.
Βλέπουμε πίσω μας, αυτά που χάσαμε, που δε προλάβαμε να ζήσουμε ελπίζοντας πως κάποιος άλλος θα μπορέσει να τα ζήσει. Άδικος κόπος! Πριν γεννηθούμε αιχμάλωτοι είμαστε σ’ έναν κόσμο υλικών ματαιοτήτων, αποταμιεύοντας με μανία ένα νόμισμα που δεν έχει κανένα αντίκρισμα, παρά μόνο ως οβολός στου Χάροντα τη βάρκα.
Ο έρημος τάφος ότι καταφέραμε.