«Αυτοφωτογραφίζομαι»Γιάννης Μύρτσης

Αυτοφωτογραφίζομαι λοιπόν κι εκθέτω τον εαυτό μου οικειοθελώς στα βλέμματα των άλλων.
Δεν βάζω όρια στο χαμόγελό μου και  ποντάρω πολλά στην ομορφιά μου.
Φωτογραφίζω τις στιγμές μια καθημερινότητας που πασχίζω με νύχια και με δόντια να κρατήσω στα μάτια όλων ευτυχισμένη και βγάζω μπροστά, αυτό που θα ‘θελα να είμαι.
Πίσω μου απλώνεται εκείνο το ανατριχιαστικό, παγωμένο σκοτάδι και νιώθω τη νεκρική ευθεία των συναισθημάτων μου, σ’ ένα αδιαπέραστο κενό ισοπεδωτικής μοναξιάς.
Χαμογελάω, μα πίσω από τις μπογιές και τα φτιασίδια κατοικεί η αλήθεια που στο στιγμιαίο άνοιγμα του κλείστρου δεν μπορεί να φανεί.
Αυτοφωτογραφίζομαι και καλώ εσάς τους γύρω μου, γνωστούς κι αγνώστους να με προσέξετε, για να  με πείσω πως υπάρχω.
Αυτοφωτογραφίζομαι ελπίζοντας πως θα διεγείρω το γενετήσιο ένστικτο σας, το αίσθημα του θαυμασμού ή και της λύπης σας ακόμη. Όλα δεκτά.
Αυτοφωτογραφίζομαι, πιστεύοντας πως αυτό είναι η μόνη αλήθεια και πως μόνο μέσα απ’αυτό μπορώ ν’ αλλάξω τη ζωή μου.
Αυτοφωτογραφίζομαι λοιπόν, άρα υπάρχω!
Advertisements

«Σιωπώντας» Γιάννης Μύρτσης

Ανάλαφρο βλέμμα, σκαμμένο πρόσωπο, μαλλιά γκρίζα, φορτωμένος στην πλάτη τα χρόνια του νου.
Πίσω οι μέρες υφαίνουν το δικό τους γαϊτανάκι τραγουδώντας αδιάκοπα αυτά που έζησαν. Έβαψαν με χρώματα λύπης, θυμού, καλοσύνης, αδιαφορίας κι αγάπης τις ώρες τους.
Τα ροζιασμένα χέρια είναι κρύα, άδεια. Η μη ταυτόχρονη φυγή βάσανα μόνο φέρνει. Πως μπορεί το μυαλό να χωρέσει αυτή τη τρελή μοναξιά; Δεν μπορεί!
Γκρίζες οι εικόνες του βιβλίου και θολά είναι γραμμένα τα γράμματα πάνω του. Δεν μπορείς να τα διαβάσεις.
Τι δράμα! Πόσα μπορούσες κάποτε να κάνεις.
Ένα παγκάκι έχει ακόμη πάνω τα ίχνη της, έτσι θέλει να πιστεύει και τ’ ακουμπάει πέρα ως πέρα συνέχεια, ασταμάτητα.
Περπατά χωρίς φως, ξένος στα γνωστά μονοπάτια και τίποτα δεν είναι πια οικείο, σαν τις γεύσεις των φαγητών, τις άσχημες, που ’φεραν γνωστικοί απ’ άλλα μέρη.
Ένας μικρός  σταυρός κι ένα κοχύλι είναι η θύμηση της αφής. Τόσο κοντά, μα κάτω από το χώμα είναι η αληθινή αγάπη κι οι αδύναμοι χτύποι μιας καρδιάς που αγάπησε τόσο, ακόμη επιμένουν.
Όλα δείχνουν χλωμά κάτω από το φως του φεγγαριού που δεν μπορεί πια να μαγεύει τις αισθήσεις, ούτε να έχει τη λάμψη του καλοκαιριού. Αντίθετα μαύρους συνειρμούς εγείρει η εικόνα του.
Θάνατος απλώνεται στην παγωμένη σκέψη, τίποτε άλλο.
Δάκρυα πνίγουν συχνά το βλέμμα κι η θέληση κουρασμένη δεν κάνει ούτε ένα βήμα παρακάτω. Έμεινε στη σκιά εκείνης της μέρας, στην ίδια ώρα, στο ίδιο λεπτό.
Σφράγισαν ξαφνικά οι έξοδοι των ονείρων και το κλειδί  τους παράπεσε σε μια χαραμάδα στα φθαρμένα σανίδια κι έμεινες στα ξένα μονάχος, λες και μίσεψε η καρδιά σου για πάντα.
Μακρύς ο δρόμος της ζωής με κοινές σκέψεις, σκοπούς και θέλω. Ζύγωνε ο ένας τον άλλον χωρίς φόβο, έτσι τώρα η μοναξιά είναι αγεφύρωτο χάσμα με τη ζωή.
Απλωμένο συχνά το χέρι ψηλά, με το μουρμουρητό της βαριάς ανάσας σαν προσευχή να καλεί το αύριο να έρθει όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Μια καρδιά μόνη δεν μπορεί να χτυπά στ’ αλήθεια.

«Εφημέριος Γεωργίου» Γιάννης Μύρτσης

Ο Εφημέριος Γεωργίου πέθανε. Τον βρήκαν νεκρό στο σπίτι του μέρες μετά και χωρίς πομπές, κόσμο και δάκρυα, οδηγήθηκε στην τελευταία του κατοικία.
Ήταν καλός άνθρωπος και καλός πολίτης, συνετός σε όλα του. Δεν ξενυχτούσε, δεν έπινε κι έκανε πάντα συντροφιά με ευσεβείς  και σπουδαγμένους.
Ο νους του δεν έβαζε άσχημους λογισμούς κι ούτε ποθούσε το κορμί το γυναικείο, καθώς ο δάσκαλος του είχε πει πως είναι αμαρτία.
Έμεινε μόνος στη ζωή, γυναίκα πλάι του δε θέλησε, δε θα μπορούσε άλλωστε  να τα καταφέρει. Πολλές οι ευθύνες, σκέφτονταν.
Ταξίδια μακρινά δεν τόλμησε να κάνει. Κίνδυνος, κούραση, χαμένα χρήματα. Τι τα θες, έλεγε κι έσκυβε το κεφάλι.
Στο γήπεδο πότε του δεν πήγε. Βία και συμφορά, έλεγε στον ξάδελφο του κάθε Χριστούγεννα, στο τραπέζι που τον καλούσε η θειά του. Δεν είχε άλλους στη ζωή.
Υπάλληλος του δήμου ήταν, χωρίς πολλές απαιτήσεις κι ένα γερό κομπόδεμα για ώρα ανάγκης που  ’μεινε απείραχτο ως το τέλος, χωρίς να καταφέρει να τον σώσει.
Ο Εφημέριος Γεωργίου πέθανε. Σ’ ένα χαρτί το ’γραψε ο νεκροθάφτης κι όσοι το διάβαζαν ρωτούσαν ποιος είναι αυτός.
Έφυγε κι ούτε ένα δάκρυ δε χύθηκε για κείνον.
Οι καφέδες και τα ποτήρια με κονιάκ έτσι έμειναν, ανέγγιχτα στο τραπέζι.
Ούτε ένα καλό κατευόδιο δεν ακούστηκε από μια τρεμάμενη φωνή.
Σταυρό στον τάφο του κανείς δε θα του βάλει κι όταν ξεθωριάσουν και σβήσουν τα γράμματα του ονόματός του στο χαρτί, στο στύλο της ΔΕΗ, θα είναι σαν να μην πέρασε ποτέ.

«Η ζωή μας» Γιάννης Μύρτσης

Η ύπαρξή μας ζυμωμένη με αυταπάτες, διαφημιστικά φυλλάδια κενόδοξα, με ψέμα. Μια πρέζα αλήθειας μοναχά για τα δύσκολα, για εκείνα που πιστεύαμε πως δε θα ’ρθουνε για εμάς.
Μας έταξε η ζωή πως θα ζήσουμε τ’ όνειρο και κατέληξε εφιάλτης, καθώς δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τα ζύγια της σωστά.
Άκομψες, ανούσιες και άθλιες οι πράξεις μας – προς τον εαυτό μας – και όσες στιγμές θα άξιζε να τις ζήσουμε με πάθος, τις δώσαμε ενέχυρο για τριάντα αργύρια (τόσο αξιολογήσαμε την ψυχή μας).
Σκυφτοί και πληγωμένοι είμαστε στο διάβα της, αναζητώντας το τέλος του έντιμου αυτόχειρα στη στερνή ανηφόρα της μοναξιάς μας.
Επιτέλους λέμε σαν νιώθουμε το θάνατο κοντά μας, σαν μας ακουμπά η ανάσα του και σβήνουν τα φανάρια της ελπίδας ένα, ένα. Καμιά φορά κλαίμε από χαρά για το μαρτύριο που τελειώνει.
Βλέπουμε πίσω μας, αυτά που χάσαμε, που δε προλάβαμε να ζήσουμε ελπίζοντας πως κάποιος άλλος θα μπορέσει να τα ζήσει. Άδικος κόπος! Πριν γεννηθούμε αιχμάλωτοι είμαστε σ’ έναν κόσμο υλικών ματαιοτήτων, αποταμιεύοντας με μανία ένα νόμισμα που δεν έχει κανένα αντίκρισμα, παρά μόνο ως οβολός στου Χάροντα τη βάρκα.
Ο έρημος τάφος ότι καταφέραμε.

«Σπασμένα όνειρα» Γιάννης Μύρτσης

Χαμογελώντας σαρδόνια χτυπάς το πόδι σου με δύναμη στο χώμα.
Ανυπάκουα όνειρα και σβησμένες ψυχές στο διάβα σου.
Όλα τα τσαλαπάτησες για ένα ταξίδι.
Ξαφνικά θυμήθηκες κείνο το παραμύθι με τον πρίγκιπα, μα ο βάτραχος ακόμα κοάζει στους βάλτους της ζωής σου τρυπώντας σου τ’ αυτιά. Αδιάλειπτα, ανυπόφορα, κακόηχα.
Αδικημένη η παρόρμηση της νιότης σου. Μια βάρκα ήταν χωρίς τιμόνι, χωρίς σύνορα τέλους, ανεμοδαρμένη χωρίς έλεος στα παγωμένα κύματα της υποκρισίας σου.
Απόμεινες μονάχος, στον έρημο σταθμό και δε νοσταλγείς τίποτα, ούτε μια φωτογραφία του χθες δεν μπορείς να κοιτάξεις, χωρίς να σε πληγώσει.
Νυχτερινός επισκέπτης η μορφή της χρόνια τώρα κι η απουσία της βάρος στο μακρινό σου ταξίδι, σαν αερικό που τυλίγει τη σκέψη σου χωρίς συμπόνια, οδηγώντας σε, σε μια θλίψη ακατανόητη.
Μάζεψες τα χρόνια σου σ’ ένα σακούλι, δεν ήθελες να τα ξοδέψεις σ’ ανόητα υποκατάστατα μιας ηδονής εφήμερης.
Διάλεξες να περιμένεις εκείνη που ποτέ δεν επέστρεψε κι έμεινες μόνος σ’ έναν κόσμο που ποτέ δεν στάθηκε πλάι σου, σ’ έναν κόσμο που σε κάθε σου στραβοπάτημα μειδίαζε ειρωνικά και που ποτέ κανείς δεν άπλωσε το χέρι του να σε κρατήσει.

«Θύμισες» Γιάννης Μύρτσης

Εικόνες χαραγμένες στο μυαλό μου.
Τα ριγμένα φύλλα του Σεπτέμβρη, ο βοριάς του χειμώνα, οι κερασιές την άνοιξη, το πράσινο βουνό το καλοκαίρι.
Τα πλατάνια και οι φιγούρες των παιδιών, τα δροσερά νερά της κρήνης, ο καρπουζάς, ο παλιατζής με τις βραχνές φωνές στο δρόμο.
Μπροστά μου φτάνουν η κυρά Μαρία, ο μπάρμπα Θανάσης, ο κυρ δάσκαλος κι ο παπά Γιώργης.
Κύκλος. Δροσερό το καλοκαίρι και γλυκό το κρύο του χειμώνα.
Κυλάει ο καιρός κι εμείς μαζί του γερνάμε ήσυχα. Ωριμάζουμε σαν το παλιό κρασί και το χρώμα της ψυχής θυμίζει ζαφείρι. Φεύγουμε και μένουν πίσω, οι άδειες αυλές και τα κλειστά παραθυρόφυλλα, τ’ αγριόχορτα στα κρυφά μας μονοπάτια και τα μπαλκόνια με τα ξεραμένα γεράνια στα κάγκελά τους.
Τα παλιά σπίτια χαμογελάνε στα διατηρητέα παροπλισμένα όνειρά μας. Μνήμες σαλές ξεδιάντροπες προβάλουν στα βήματά μας, σαλές και πονεμένες, σαν το μυαλό του Τρελαντώνη.
Η ρεματιά γέμισε χόρτα και τα δέντρα άλλαξαν θέση.
Άδειασε η καρδιά μας απ’ τα πρέπει, ξοδέψαμε τις μέρες μας σ΄ ένα λογαριασμό που δεν ήταν δικός μας.
Πού να ’ναι οι φίλοι μου; Το σπασμένο τζάμι στην εκκλησιά τι απέγινε; Το πλατάνι με τα αρχικά μου στη ρίζα του ζει;
Όλα μπροστά μου μια εικόνα που σαν ψέμα απλώνεται και την αλήθεια τη βλέπω μόνο στον καθρέπτη στα γκρίζα μου μαλλιά.
Γέμισε η πλαγιά με δικά μου καντλια. Ποιόν να πρωτοκοιτάξω; Με ποιόν να πρωτομιλήσω; Πόσες μορφές να θυμηθώ; Ανάβω ένα κερί κι ο άνεμος το σβήνει.
Ο έρωτάς μου χάθηκε στα νιάτα, έγινε μεσόκοπος μ’ ένα τσούρμο παιδιά να τρέχουν πίσω του. Τι να διαλέξω τελικά; Το φευγιό μου ή την επιστροφή μου;
Γλυκιά μου Πατρίδα είσαι γεμάτη μνήμες, ευωδίες, φωνές και παραισθήσεις. Απαλύνεις τον πόνο μου και γεμίζεις τα χαμένα μου χρόνια, απλώνεις το χέρι σου στα δύσκολα και με κρατάς όρθιο στο δρόμο μου. Τα βράδια σα δεν μπορώ να κοιμηθώ με νανουρίζεις.
Είμαι κομμάτι σου κι είσαι δικό σου.

«Ο γυρισμός» Γιάννης Μύρτσης

Ταξίδευε το βλέμμα μου στον ορίζοντα και απορροφημένο στεκόταν στ’ ανθισμένα περιβόλια με τις λεμονιές.
Ο πρωινός περίπατος έδινε ανάσα στο κουρασμένο μου κορμί, θαρρείς το γιάτρευε απ’ το ανυπόφορο βάρος των χρόνων που κουβαλούσε.
Καλοκαίριασε σκέφτηκα και κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου, βγάζοντας το ψάθινο καπέλο.
Μετά τα βήματα με οδήγησαν κάτω από τον ίσκιο τους.
Άκουγα χαμογελώντας το βουητό των ζουζουνιών και τ’ άρωμα του αέρα γέμιζε τα πνευμόνια μου.
Ντύνεται όμορφα η φύση, στολίζεται για να γιορτάσει τον ερχομό Του.
Μεγαλοπρεπής προετοιμασία με ξεκάθαρη εντολή από το Θείο.
Ερχομός της ζωής, ερχομός της χαράς και της Άνοιξης στην καρδιά μας.
Ανάσταση είναι ο γυρισμός της κόρης και σωτηρία μας η νίκη του θανάτου.
Τώρα τολμώ να σηκώσω το βλέμμα μου ψηλά και να κοιτάξω τον καταγάλανο ουρανό που είναι γεμάτος με ελπίδα. Να προχωρήσω με σεβασμό και ταπεινότητα στα χώματα της Πατρίδας μου, αναζητώντας εκείνη τη γωνιά που θ’ ακουμπήσω πάνω της για πάντα.

«Χωρίς Επιστροφή» Γιάννης Μύρτσης

Δάκρυα δε βγήκαν ποτέ από τα μάτια σου κι ούτε ένα παράπονο δεν άκουσα από τα χείλη σου. Στράφι πήγε η ζωή σου, σου είπα το στερνό ξημέρωμα, έχοντας καρφωμένα τα μάτια μου στο πάτωμα. Εσύ απλά με κοίταξες ανέκφραστα, παγωμένα.
Τ’ απογεύματα μπροστά σ’ εκείνη την πόρτα στεκόσουν και περίμενες το ποτάμι των φαντασμάτων. Στον ιστό που χρόνια ύφαινες, καλούσες σα Σειρήνα να μπλεχτούν τα θύματά σου, κρατώντας ένα κόκκινο φανάρι. Χρόνια κομπάρσος στην ίδια εξαθλιωμένη παράσταση, με φτωχά τα όνειρα και μουδιασμένα τα αισθήματά σου.
Σου ’ταξα αγάπη, ταξίδια και μια ζωή δική σου. Σου έλεγα ψέματα και το ‘ξερες κι όταν έφυγα δε μου είπες τίποτα.
Ήσουν πίσω από το θολό τζάμι, στο παλιό ξύλινο παράθυρο και κοιτούσες τη σκιά μου να φεύγει, καθώς το ρεύμα των φαντάρων κυλούσε ψάχνοντας ελπίδα και παρηγοριά.
Στη Σπάρτη έκλαψα μόνος και τα δάκρυά μου ακόμη δεν έχουν στεγνώσει.
Πέρασαν χρόνια κι όταν ξανάρθα σε βρήκα εκεί να κοιτάς ακόμη το δρόμο. Το φως έκαιγε πάνω από την πόρτα και τα ψεύτικα λόγια μου ηχούσαν ακόμη στη βρώμικη κάμαρα, ενώ η καρδιά σου σπαρταρούσε στην εικόνα της ταγμένης ζωής.
Δεν ξέρω αν με γνώρισες, μα δε σου πήρα λέξη κι έφυγα με το κεφάλι σκυμμένο. Δε θα ξανάρθω είπα.
Κι εσύ μια σκιά κοίταζες να χάνεται στο τέρμα του δρόμου.

«Φάτα Μοργκάνα» Γιάννης Μύρτσης

Ένα ποίημα που έρχεται από τα «παλιά» χρόνια….

Μέσα στα κύματα της φαντασίας
προβάλλεις μόνιμα, πώς να σε βγάλω
φιγούρα αχνή, ερωτική
κι εγώ μονάχος, δεν πάει άλλο.
Όπου σταθώ είσαι μπροστά μου
έντονο ψέμα πικρό σαν τ’ άλλα
πονάει η σιωπή, πέφτει βροχή
κι εσύ εκεί Φάτα Μοργκάνα.
Χάνω τις σκέψεις, μ’ έχεις μαγέψει,
μου έχεις κλέψει την κάθε στιγμή
μόνος να ζω ένα παραμύθι
μόνος ν’ αντέξω στη φυλακή .
Δύσκολες νύχτες, άχρωμες μέρες,
κύματα ρίγους στο κρύο κορμί
οικτρά μπορώ να ζητιανέψω
ένα και μόνο δικό σου φιλί.
Είδωλο γκρίζο κι αερικό
έγινε η αγάπη χωρίς εσένα
δεν έχω λόγια να τραγουδήσω
ότι κι αν κάνω μοιάζει με ψέμα.
Φάτα Μοργκάνα είναι η μορφή σου
κι εγώ διαβάτης που ζω την πλάνη
θέλω να εκφράσω για σένα τι νιώθω
μα είναι λίγη η ζωή και δεν φτάνει.

«Η πέτρα της τύχης «

«Η πέτρα της τύχης » του Γιάννη  Μύρτση 

«Μια παρέα παιδιών ο Γιάννης, ο Πετρής και ο Βαγγέλης, αποφασίζουν να κάνουν το μεγάλο βήμα για την αναζήτηση της «πέτρας».
Όλα τα παιδιά στο χωριό μεγαλώνουν με την ίδια ιστορία. Την ιστορία της «πέτρας» που είναι κρυμμένη στο βουνό και σε όποιον τη βρει θα φέρει πλούτη και ευτυχία. Μόνο που μέχρι σήμερα κανείς δεν την έχει ανακαλύψει.
Η περιπέτεια για τους τρεις φίλους αρχίζει και όταν η «Πέτρα Της Τύχης» βρίσκεται τελικά στα χέρια τους, τα πράγματα δεν είναι όπως πίστευαν.
Το ταξίδι όμως στη περιπέτεια της αναζήτησης θα τους μάθει πολλά. Θα τους διδάξει την συντροφικότητα, την αφοσίωση στον σκοπό, την πίστη στον εαυτό τους. Ιδανικά και αρετές που αποτελούν και τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους δημιουργήθηκε η ιστορία.»
Γιάννης Μύρτσης   «Η πέτρα της τύχης» «FYLATOS PUBLISHING»