«Πρωινό Κυριακής» Γιάννης Μύρτσης

Έχει μια θλίψη πάντα ετούτη η μέρα

κι οι γείτονες θαρρείς έχουν κρυφτεί,

μόνο τακούνια ακούς που κράζουν καλημέρα

κι ύστερα πάντοτε ακολουθεί σιωπή.

Την καρτεράς τις έξι μέρες σαν γιορτή

κι είναι γλυκιά της προσμονής η κάθε σκέψη,

μα σαν θα φτάσει σε πονά κάθε στιγμή

κι αδημονείς γοργά Δευτέρα να επιστρέψει.

Ίσως να φταίει η ζωή μου η πεζή

που έχει μάθει Κυριακές να περιμένει,

γιατί οι άλλες μέρες πάντα μένουν στη σιωπή

και σ’ένα θαύμα η ψυχή να επιμένει.

Από την ποιητική συλλογή «Στις γραμμές του τραίνου»

«Η φαλάκρα του μπαμπά» Γεωργία Δάρτση

«Φωτεινό μονοπάτι»

Δεν σας χαρίζω τον πρωινό ήλιο στο μπαλκόνι μου

ούτε τις φωνές των παιδιών που παίζουν στην αυλή του σχολείου.

Τα πανηγύρια, τις ιαχές στα γήπεδα, το κερί στην εκκλησία.

Δεν θ’ αλλάξω για εσάς τα λουλούδια στη γλάστρα μου

ούτε θα πάψω να ζητώ την ευχή του παπά στο δρόμο.

Στις λαϊκές θέλω ν’ ακούω τη φωνή του μανάβη, του καστανά,

να βλέπω το κουρασμένο βήμα του λαχειοπώλη.

Δεν σας χαρίζω ούτε λέξη από την ιστορία μου, ούτε τα γλυπτά μου, κλέφτες!

Δεν επιτρέπω να μ’ αποκαλείτε παράκαιρο, παράφωνο, ξεπερασμένο.

Θέλω τα χρώματα της Ελλάδας να γεμίζουν τα μάτια μου

την Κυριακή ν’ ακούω την καμπάνα, να στέκω προσοχή στον Ύμνο.

Δεν σας χαρίζω τις θάλασσες, τα βουνά, τη γαλανόλευκη σημαία μου,

τον μακρύ χορό στον κάμπο, το βουητό από τις μέλισσες.

Δεν αλλάζω γλώσσα, τρόπους, συνήθειες, Θεό!

Δεν πέθανα ποτέ, πιστέψτε με δεν θα το κάνω τώρα!

Ιστορία, χρώματα, αγάπη, ελπίδα, δύναμη, θάλασσα, ελευθερία

όλα ζυμωμένα με τη ψυχή του Έλληνα.      

Μνήμες Πατρίδα μου

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει

παραμένει ο θρύλος στην καρδιά ζωντανός

ιστορία και αγώνας πάνω σ’ ένα μπαλκόνι

μια σημαία στον άνεμο κι ένας γκρίζος ιστός.

Πώς να πω στα παιδιά μου τι νιώθω;

Μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί

το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη

πληγωμένη Ελλάδα και μνήμη πικρή.

Του πολέμου τα λάβαρα υψώνονται πάλι

ο μαρμαρωμένος ξυπνάει Βασιλιάς

προσκυνά στης Αγίας Σοφίας τη Χάρη

καβαλάρης περνά, νικητής λευτεριάς.

Μια ακτίνα του ήλιου τα μάτια μού κλείνει,

καρδιοχτύπι  με πιάνει κι ένα δάκρυ κυλά

πότε θα ’ρθει Χριστέ μου το χρυσό παλικάρι

κι η ψυχή να πετάξει στα ουράνια ψηλά.

«Η Κυριακή της συγνώμης δεν υπάρχει πια»

Έμαθες να κοιτάς χαμηλά, να περπατάς με σκυφτό το κεφάλι σαν να ντρέπεσαι, ναι, να λυπάσαι για σένα.

Να μη ξαποσταίνεις πότε, να μη ζητά, να μη γελάς, να μην ελπίζεις.

Καμιά χαρά στο διάβα σου να μην υπάρχει, για μια μπουκιά σε σταύρωσαν, σου φορέσαν αγκάθινο στεφάνι.

Στα πανηγύρια σε χλεύασαν, σε πούλησαν για έναν παρά σε γύφτικο παζάρι.

Συστήματα κι άνθρωποι χωρίς πατρίδα ασέλγησαν στην ψυχή σου, χτύπησαν με βία τον κόπο της ζωής σου, τα παιδιά σου.

Κορδωμένοι χαρτογιακάδες, αδιάφοροι τάχα, εφιάλτες, θέλουν να σου μιλήσουν για το καλό και το κακό, που αυτοί μόνο γνωρίζουν, να σε κάνουν οπαδό μιας άχρωμης εικόνας.

Κι εσύ παλεύεις για να ζήσεις.

Παλεύεις κρυφά, χωρίς μιλιά, με κλάμα, να ξυπνήσεις τα βαλτωμένα σου όνειρα, να δώσεις κουράγιο με το ψέμα πως τ’ αύριο θα είναι καλύτερο από το χθες.

Πόσα συγνώμη να ζητήσεις από εκείνους που πίστεψαν κάποτε σε σένα;    

«Ψυχές»

Η ζωή κάποιων ανθρώπων απλά περνά.

Ένα χαμόγελο η μέρα τους, ένας άνεμος που φέρνει αρώματα λουλουδιών και δροσιά στα φλογισμένα μας πρόσωπα.

Περνά, μα δεν  λογαριάζει κανένας αν υπάρχουν, δεν είναι σπουδαίοι, δε μιλούν σοφά.

Περπατούν στο χιόνι χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη, σεμνά βαδίζουν στη δύση τους χωρίς απαιτήσεις.

Μια καλημέρα είναι αρκετή.

Αθόρυβα έρχονται κι αθόρυβα φεύγουν.

Χάνονται σαν το κερί που σβήνει, αφήνοντας εκείνη τη μυρωδιά την έντονη, την πνιγερή, σαν το ταξίδι της ψυχής τους στο άπειρο και μένουν πίσω τους τ’ ανείπωτα, τ΄ απλά, τ’ απραγματοποίητα όνειρά τους.

Ένα φιλί που λαχταρούσαν και δεν πήραν ποτέ.   

Στην άκρη της ζωής βάδισαν, σ’ έναν ορίζοντα που ρούφηξε την εικόνα τους αργά και στο τέλος άφησε μια θολή γραμμή ν’ αχνοφέγγει  το παράπονο.

Ούτε ένα δάκρυ δεν κύλησε.   

«Προσωρινή εκεχειρία παθών»

Ξεροσταλιάζει ο έρωτας για ένα φιλί. Ανείπωτες λέξεις, ρήματα σάμπως χαμένα στα βάθη του μυαλού, ξεπροβάλλουν αγέρωχα δίνοντας ορμή στ’ απωθημένα της ψυχής.

Ο αγέρας μυρίζει φθινόπωρο και η βροχή τραγουδά, ερωτικά θαρρείς, πάνω στα πεσμένα φύλλα στη σιγαλιά του απογεύματος, μακριά από την ταραχή των λόγων στην προσωρινή εκεχειρία των παθών.

Κρατάς το δαγκωμένο μήλο και γελάς αινιγματικά, πόσο ποθητή η σάρκα σου, τα στήθη σου, που με αυθάδεια προβάλλουν προκαλώντας τις αισθήσεις.

Τα χείλη σου όμοια με το βύσσινο έγιναν από το γλυκό φιλί, εκείνο που δεν μπορώ να έχω, που μόνο μπορώ να φανταστώ.

Κάνω βήματα ακούγοντας το τρίξιμο των παπουτσιών μου στο χώμα, σχεδόν τα σέρνω.

Με συνεπήραν σήμερα τα κύματα του μυαλού και σαν ναυαγό με ξέβρασαν σε τόπο αφιλόξενο, ανόρεχτο για ζωή και περιπέτεια.

Κουτσή ζωή, βαδίζεις προς το τέρμα και βιάζεσαι να φτάσεις σαν το ποτάμι που αναζητά τη θάλασσα.

Στο απέραντο άπειρο θα σκορπίσεις κι εσύ, σαν τον έρωτα που δεν έχει τελειωμό, όσο η ανάσα γεμίζει τα στήθη, όσο το μυαλό πλάθει εικόνες.

Τον έρωτα που μετά μόνος θα στέκει απόκληρος και αποδιωγμένος, έτσι σαν την εικόνα του κοριτσιού που λαχταρά το φιλί μα ντρέπεται, ντρέπεται που την κυβερνούν τα πάθη.

Σαν να βάλαμε νομίζω, πολλά εμπόδια στη ζωή.

«Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»

Ξεκίνησες στο ρέμα να’ σαι κόντρα, δεν ζήλεψες ποτέ σου τη φυγή, οι άνθρωποι δεν πρέπει να’ναι πιόνια, να ταξιδεύουν σαν πουλιά μες τη ζωή κι όταν βρεθούν χαμένοι μες τα χρόνια, να τους ανάβει πάλι η φλόγα τη ψυχή.

Διψάσαμε στο δρόμο μα ποιον νοιάζει, και τραγουδάμε σαν παιδιά στη κουπαστή, χίλιες φουρτούνες στο σκαρί μας και δεν μπάζει, χέρι με χέρι θα κοιτάμε τη ζωή, είμαστε λίγοι σαν κοιτάς ποτάμι μοιάζει, μες στη ψυχή μας η ανείπωτη ορμή.

Απόγευμα σε βρήκα στην πλατεία, να σε χλευάζουν σαν μιλάς για το Θεό, σφιχτά στα χέρια σου κρατούσες τα βιβλία, κι έβγαιναν φλόγες από το στόμα σου θαρρώ, άνθρωπος, Έλληνας, Θεός σε μια γωνία, να αγκαλιάσω σαν παιδί πως καρτερώ.

Γαλάζιο είναι τ’ ουρανού το χρώμα, πόσες γενιές δεν μεγαλώσαμε εδώ, ο ομφαλός της γης είμαστε ακόμα, χιλιάδες έγιναν θυσία στο βωμό, πανί στου καραβιού δεν άλλαξα το χρώμα, έχω τη δύναμη και θα λευτερωθώ.

Τους μάθαμε να γράφουν τ’ όνομά τους, στον ενικό εμείς μιλάμε στο Θεό, κανείς δεν στάθηκε εμπόδιο μπροστά τους, για πληρωμή τότε με είπανε τρελό, ξέρουν πως πάντα θα στοιχειώνω τ’ όνειρά τους, καινούριους δρόμους στη ζωή θ’ αναζητώ.

Της μοίρας το παιχνίδι είναι στημένο, μέσα στις γλάστρες άνθησα κι εγώ, με μυστικό που στη καρδιά είχα κρυμμένο, στο καπηλειό τότε που πίναμε μεθώ, τον άγγελο στα όνειρά μου περιμένω, για να πετάξω στον γαλάζιο ουρανό.

Βαδίσαμε στους δρόμους με ομίχλη, μες στην κουκούλα ο δωσίλογος περνά, όλο το βιός μας τ’ ακουμπήσαμε στην τύχη, πόσα απ’ τα δάκρυα το μαντήλι σου χωρά, στα βήματά μας ανεξίτηλα τα ίχνη, πάντα τη Σταύρωση η Ανάσταση νικά.

Με πήρες αγκαλιά κείνο το βράδυ, που έκλαιγα μονάχος σαν παιδί, γιατί φοβόμουν τα θεριά μες στο σκοτάδι και καρτερούσα να βγει ο ήλιο το πρωί, από τα χρόνια έγινε η ψυχή ρημάδι, της Κυριακής με γαληνεύει η προσευχή.

Με αίμα το φεγγάρι είναι βαμμένο, κόκκινο βόλι την καρδιά μου τη τρυπά, χρόνια το ξέρω το παιχνίδι είναι στημένο, το χρήμα, η βρόμα και το ψέμα κυβερνά κι αν το ταξίδι στη ζωή πήγε χαμένο, εμάς μας βύζαξε η πιο λαμπρή γενιά.

Δεν θέλω Θεέ μου να τους λησμονήσω, ποτέ δεν θέλω να ξεχάσω τα θεριά, για τις Πατρίδες τις χαμένες θα δακρύσω, για τη σημαία το αίμα τους για λευτεριά, το άγιο τους χώμα να σκύψω να φιλήσω, ν’ αντρειωθώ κι εγώ μαζί τους στα στερνά.

.

«Ρουσφέτι» Κωνσταντίνος Λάμπρου

Σ’ έναν βωμό περίεργο οι πατέρες
οδηγούνε τα ενήλικα παιδιά τους.
Θαρρείς τρανώνουνε ξανά την εξουσία πάνω τους,
την πρώτη αφεντιά τους.
Με αντάλλαγμα δουλειά κι όχι εργασία
τη νιότη βιάζουνε, να πνίξει ιδανικά…
Γενιά απολέμιστη, που παραδόθηκε αμαχητί
στο δόλωμα του μαμωνά!
Το σφάλμα το δικό της προσπαθεί
θαρρείς να μετριάσει,
στο ίδιο σφάλμα ρίχνοντας
τα άβουλα παιδιά της.
Τούτη η χώρα δεν ποθεί πολίτες τέτοιους να ‘χει·
γενιά ανάξια, δουλητική,
που τρέμει τη σκιά της!

Αλήθεια, πώς ο κομματισμός (μέσα απ’ το ρουσφέτι)
φαντάζει σαν δημοκρατία.
Κι ο εθισμός στον πλούσιο πολιτευτή
(κι η εξάρτηση), βαφτίστηκαν
υπεροχή κι υπέροχη ελευθερία.

Ποιος τάχα άλλαξε τη θέση του κωνείου
με ξενικό ουίσκι;
Το αίμα μαρτύρων Χριστού κι Ελλάδας ρώτα,
την ιστορία να σου πουν·
όχι εκείνους που πίνουν μόνο βότκα.

Γενιά που την ελευθερία της
στο οικουμενοπάζαρο ξεπούλησε
για ρούβλια και δολάρια.
Γενιά που αφελληνίστηκε
στης Deutscebank τα βιβλιάρια.
Γενιά που αφελώς, ξανά μανά,
μ’ ανόητους έρωτες εξ ανατολής φιρί φιρί το πάει,
νέο ξεριζωμό να μας κληροδοτήσει.
Γενιά που εξυπηρετεί μόνον τον εαυτό της
μέσα απ’ τα κόμματα, σαν να ‘ναι η τελευταία
στη χώρα αυτή που θα καθίσει.

Κι εμείς, οι γόνοι σας, κοιτούμε από μακριά.
Κι όσοι αντιστεκόμαστε,
– κι αλήθεια είμαστε αρκετοί –
βλέποντας την παράνοιά σας
σιμά σχιζοφρενούμε.
Προτάσσουμε πίστη, περηφάνια, αγερωχιά
ενάντια στης δειλίας την ανωνυμία
που ισοπεδώνει το ανθρώπινο πρόσωπο,
σα να ‘ναι καλοαλειμμένη μαρμελάδα.
Προτάσσουμε νιάτα, καρδιά κι ιδανικά
ενάντια στον άλογο το διχασμό,
στο όνομα του δήθεν ιδεατού
που σπέρνει κάθε ομάδα.

Ενώνουμε χέρια και φωνές
για ν’ ακουστεί στις ναρκωμένες ακοές,
στις συνειδήσεις τις ρηχές,
πως πάνω απ’ όλους κι όλα
προτάσσουμε ασπίδα μα και δόρυ την Ελλάδα.
Όλοι ομόφωνα θαρρώ πως τ’ ορκιζόμαστε:
γενιά θολή σαν τη δική σας
δε θέμε από μας να βγει·
καθάρια θα γεννήσουμε όσοι αντιστεκόμαστε
κι αλήθεια είμαστε αρκετοί!

Θεσσαλονίκη 09-05-2000

https://www.facebook.com/profile.php?id=100000600043624

Αρέσει σε %d bloggers: