«Προσωρινή εκεχειρία παθών»

Ξεροσταλιάζει ο έρωτας για ένα φιλί. Ανείπωτες λέξεις, ρήματα σάμπως χαμένα στα βάθη του μυαλού, ξεπροβάλλουν αγέρωχα δίνοντας ορμή στ’ απωθημένα της ψυχής.

Ο αγέρας μυρίζει φθινόπωρο και η βροχή τραγουδά, ερωτικά θαρρείς, πάνω στα πεσμένα φύλλα στη σιγαλιά του απογεύματος, μακριά από την ταραχή των λόγων στην προσωρινή εκεχειρία των παθών.

Κρατάς το δαγκωμένο μήλο και γελάς αινιγματικά, πόσο ποθητή η σάρκα σου, τα στήθη σου, που με αυθάδεια προβάλλουν προκαλώντας τις αισθήσεις.

Τα χείλη σου όμοια με το βύσσινο έγιναν από το γλυκό φιλί, εκείνο που δεν μπορώ να έχω, που μόνο μπορώ να φανταστώ.

Κάνω βήματα ακούγοντας το τρίξιμο των παπουτσιών μου στο χώμα, σχεδόν τα σέρνω.

Με συνεπήραν σήμερα τα κύματα του μυαλού και σαν ναυαγό με ξέβρασαν σε τόπο αφιλόξενο, ανόρεχτο για ζωή και περιπέτεια.

Κουτσή ζωή, βαδίζεις προς το τέρμα και βιάζεσαι να φτάσεις σαν το ποτάμι που αναζητά τη θάλασσα.

Στο απέραντο άπειρο θα σκορπίσεις κι εσύ, σαν τον έρωτα που δεν έχει τελειωμό, όσο η ανάσα γεμίζει τα στήθη, όσο το μυαλό πλάθει εικόνες.

Τον έρωτα που μετά μόνος θα στέκει απόκληρος και αποδιωγμένος, έτσι σαν την εικόνα του κοριτσιού που λαχταρά το φιλί μα ντρέπεται, ντρέπεται που την κυβερνούν τα πάθη.

Σαν να βάλαμε νομίζω, πολλά εμπόδια στη ζωή.

«Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»

Ξεκίνησες στο ρέμα να’ σαι κόντρα, δεν ζήλεψες ποτέ σου τη φυγή, οι άνθρωποι δεν πρέπει να’ναι πιόνια, να ταξιδεύουν σαν πουλιά μες τη ζωή κι όταν βρεθούν χαμένοι μες τα χρόνια, να τους ανάβει πάλι η φλόγα τη ψυχή.

Διψάσαμε στο δρόμο μα ποιον νοιάζει, και τραγουδάμε σαν παιδιά στη κουπαστή, χίλιες φουρτούνες στο σκαρί μας και δεν μπάζει, χέρι με χέρι θα κοιτάμε τη ζωή, είμαστε λίγοι σαν κοιτάς ποτάμι μοιάζει, μες στη ψυχή μας η ανείπωτη ορμή.

Απόγευμα σε βρήκα στην πλατεία, να σε χλευάζουν σαν μιλάς για το Θεό, σφιχτά στα χέρια σου κρατούσες τα βιβλία, κι έβγαιναν φλόγες από το στόμα σου θαρρώ, άνθρωπος, Έλληνας, Θεός σε μια γωνία, να αγκαλιάσω σαν παιδί πως καρτερώ.

Γαλάζιο είναι τ’ ουρανού το χρώμα, πόσες γενιές δεν μεγαλώσαμε εδώ, ο ομφαλός της γης είμαστε ακόμα, χιλιάδες έγιναν θυσία στο βωμό, πανί στου καραβιού δεν άλλαξα το χρώμα, έχω τη δύναμη και θα λευτερωθώ.

Τους μάθαμε να γράφουν τ’ όνομά τους, στον ενικό εμείς μιλάμε στο Θεό, κανείς δεν στάθηκε εμπόδιο μπροστά τους, για πληρωμή τότε με είπανε τρελό, ξέρουν πως πάντα θα στοιχειώνω τ’ όνειρά τους, καινούριους δρόμους στη ζωή θ’ αναζητώ.

Της μοίρας το παιχνίδι είναι στημένο, μέσα στις γλάστρες άνθησα κι εγώ, με μυστικό που στη καρδιά είχα κρυμμένο, στο καπηλειό τότε που πίναμε μεθώ, τον άγγελο στα όνειρά μου περιμένω, για να πετάξω στον γαλάζιο ουρανό.

Βαδίσαμε στους δρόμους με ομίχλη, μες στην κουκούλα ο δωσίλογος περνά, όλο το βιός μας τ’ ακουμπήσαμε στην τύχη, πόσα απ’ τα δάκρυα το μαντήλι σου χωρά, στα βήματά μας ανεξίτηλα τα ίχνη, πάντα τη Σταύρωση η Ανάσταση νικά.

Με πήρες αγκαλιά κείνο το βράδυ, που έκλαιγα μονάχος σαν παιδί, γιατί φοβόμουν τα θεριά μες στο σκοτάδι και καρτερούσα να βγει ο ήλιο το πρωί, από τα χρόνια έγινε η ψυχή ρημάδι, της Κυριακής με γαληνεύει η προσευχή.

Με αίμα το φεγγάρι είναι βαμμένο, κόκκινο βόλι την καρδιά μου τη τρυπά, χρόνια το ξέρω το παιχνίδι είναι στημένο, το χρήμα, η βρόμα και το ψέμα κυβερνά κι αν το ταξίδι στη ζωή πήγε χαμένο, εμάς μας βύζαξε η πιο λαμπρή γενιά.

Δεν θέλω Θεέ μου να τους λησμονήσω, ποτέ δεν θέλω να ξεχάσω τα θεριά, για τις Πατρίδες τις χαμένες θα δακρύσω, για τη σημαία το αίμα τους για λευτεριά, το άγιο τους χώμα να σκύψω να φιλήσω, ν’ αντρειωθώ κι εγώ μαζί τους στα στερνά.

.

«Ρουσφέτι» Κωνσταντίνος Λάμπρου

Σ’ έναν βωμό περίεργο οι πατέρες
οδηγούνε τα ενήλικα παιδιά τους.
Θαρρείς τρανώνουνε ξανά την εξουσία πάνω τους,
την πρώτη αφεντιά τους.
Με αντάλλαγμα δουλειά κι όχι εργασία
τη νιότη βιάζουνε, να πνίξει ιδανικά…
Γενιά απολέμιστη, που παραδόθηκε αμαχητί
στο δόλωμα του μαμωνά!
Το σφάλμα το δικό της προσπαθεί
θαρρείς να μετριάσει,
στο ίδιο σφάλμα ρίχνοντας
τα άβουλα παιδιά της.
Τούτη η χώρα δεν ποθεί πολίτες τέτοιους να ‘χει·
γενιά ανάξια, δουλητική,
που τρέμει τη σκιά της!

Αλήθεια, πώς ο κομματισμός (μέσα απ’ το ρουσφέτι)
φαντάζει σαν δημοκρατία.
Κι ο εθισμός στον πλούσιο πολιτευτή
(κι η εξάρτηση), βαφτίστηκαν
υπεροχή κι υπέροχη ελευθερία.

Ποιος τάχα άλλαξε τη θέση του κωνείου
με ξενικό ουίσκι;
Το αίμα μαρτύρων Χριστού κι Ελλάδας ρώτα,
την ιστορία να σου πουν·
όχι εκείνους που πίνουν μόνο βότκα.

Γενιά που την ελευθερία της
στο οικουμενοπάζαρο ξεπούλησε
για ρούβλια και δολάρια.
Γενιά που αφελληνίστηκε
στης Deutscebank τα βιβλιάρια.
Γενιά που αφελώς, ξανά μανά,
μ’ ανόητους έρωτες εξ ανατολής φιρί φιρί το πάει,
νέο ξεριζωμό να μας κληροδοτήσει.
Γενιά που εξυπηρετεί μόνον τον εαυτό της
μέσα απ’ τα κόμματα, σαν να ‘ναι η τελευταία
στη χώρα αυτή που θα καθίσει.

Κι εμείς, οι γόνοι σας, κοιτούμε από μακριά.
Κι όσοι αντιστεκόμαστε,
– κι αλήθεια είμαστε αρκετοί –
βλέποντας την παράνοιά σας
σιμά σχιζοφρενούμε.
Προτάσσουμε πίστη, περηφάνια, αγερωχιά
ενάντια στης δειλίας την ανωνυμία
που ισοπεδώνει το ανθρώπινο πρόσωπο,
σα να ‘ναι καλοαλειμμένη μαρμελάδα.
Προτάσσουμε νιάτα, καρδιά κι ιδανικά
ενάντια στον άλογο το διχασμό,
στο όνομα του δήθεν ιδεατού
που σπέρνει κάθε ομάδα.

Ενώνουμε χέρια και φωνές
για ν’ ακουστεί στις ναρκωμένες ακοές,
στις συνειδήσεις τις ρηχές,
πως πάνω απ’ όλους κι όλα
προτάσσουμε ασπίδα μα και δόρυ την Ελλάδα.
Όλοι ομόφωνα θαρρώ πως τ’ ορκιζόμαστε:
γενιά θολή σαν τη δική σας
δε θέμε από μας να βγει·
καθάρια θα γεννήσουμε όσοι αντιστεκόμαστε
κι αλήθεια είμαστε αρκετοί!

Θεσσαλονίκη 09-05-2000

https://www.facebook.com/profile.php?id=100000600043624

«Ελέησον με…»

Καρδιά μου δάκρυσε, νιώσε τον πόνο, ζήτα στη θλίψη το μακρύ ταξίδι της γαλήνης. Ταλαιπωρημένη η ψυχή, χρόνια φυλακισμένη σε ένα άθλιο σώμα δε βλέπει ήλιο, δε νιώθει κανένα χάδι, δεν ελπίζει σε τίποτα.

Ο πεντηκοστός κυλάει μέσα στο μυαλό συνέχεια, δυνατά αδιάληπτα.

…τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω…

Ξαφνικά βρίσκομαι σε μονοπάτια δύσβατα, καθαρά, τόσο άγνωστα για τα δικά μου βρόμικα βήματα.

Στο βάθος διακρίνω το φως, την ελπίδα τη γαλήνη. Μπροστά μου, μα τόσο μακριά, μακάρι να προφτάσω!

…καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός.

Ψευδαισθήσεις γκρέμισαν όνειρα που στοίχησαν μέρες ζωής για να χτιστούν.

Η αδηφαγία του πνεύματος, μπολιασμένο με τον εγωισμό, σάρωσε στο πέρασμά του κάθε ηθική καταβολή, κάθε αναστολή προς το κακό και το μάταιο.  

Κατάπτωση!

Υλικές κατακτήσεις και ηδονές χωρίς φραγμούς κατέκαυσαν κάθε ελπίδα σωτηρίας. Έπνιξαν τα βλαστάρια της αγνότητάς, μίκραιναν το πνεύμα, κόνταιναν τον ορίζοντα κι έκαναν τη ψυχή να μοιάζει σαν βρόμικη κηλίδα στο καθαρό νερό.

…εξάλειψον το ανόμημά μου.

«Ένα βλέμμα κάποτε»

Κι ήταν εκείνα τα μάτια που γεμάτα δάκρυα και πόνο κοιτούσαν

τη ζωή που έφευγε.

Αποχαιρετούσαν το σώμα που επέστρεφε εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην.

Εκείνα τα μάτια που κάποτε γελούσαν ανέμελα,

και κοίταξαν λάγνα τα απόκρυφα της ζωής.

Αυτό το βλέμμα, το στραμμένο στο κενό, το γεμάτο δάκρυα

δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

«Ταξίδι Στους Δελφούς»

Σταματήσαμε μετά από ταξίδι μεγάλο, στη σκιά των χρησμών.
Όμορφο  Αυγουστιάτικο απόγευμα, δροσερό, ποθητό σαν τη σάρκα σου.
Οι κολόνες γύρω μας, η ανάσα πυκνή,  η μικρή πλατεία κι  εσύ.
Τα μάτια τρέχουν, καταγράφουν,   προσπαθούν να μπουν μέσα σου, να μαντέψουν, να χορτάσουν.
Τυχαία επαφή με το σώμα σου.
Η αφηρημένη κίνηση ξυπνά τις αισθήσεις μου που λαχταρούν να τρυγήσουν τα κάλλη σου.
Αργά, μετά, γλυκά θα κοιμηθώ στο προσκεφάλι σου, γεμάτος δύναμη  κι ερωτηματικά, που δεν κατάφερε η Πυθία ν’ απαντήσει.
Αντίθετα, μόνο σκιές  να μου γεμίσει η απάντηση των δύο δρόμων.
Ποιος να’ ναι άραγε ο σωστός;
Σεπτέμβριος 2014
ΣΥΛΛΟΓΗ «ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ  «ΦΥΛΑΤΟΣ 2016


 

«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι,
ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών
και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου.
Η προσευχή της Κυριακής είναι,
η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών
και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας.
Το χαμόγελο της Κυριακής είναι,
τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια που δεν θα ειπωθούν ποτέ
από χείλη αινιγματικά και κατακόκκινα.
Οι στιγμές της Κυριακής είναι,
αυτές που αγγίζουν τη ψυχή, που κεντούν το μυαλό μ’ αναμνήσεις,
αυτές που πέρασαν τη βάσανο της καρδιά σου.

Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν μαραμένα.
Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της.
Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους.
Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο.
Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή τού χειμώνα κι ένα πλήθος στιγμών χάνονται στο τίποτα, σαν να μη τις έζησε ποτέ κανείς, πουθενά.
Το ταξίδι του χρόνου συνεχίζεται σ’ μένα ατέρμονο τέλος προς τη φθορά. Ένα ταξίδι απόκοσμο γεμάτο σκιές που κάποτε υπήρξαν κάτι.

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα.
Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του.
Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για το χρόνο που τρέχει νεκρός.
Οι κορυφές των δέντρων δείχνουν στα πουλιά το δρόμο κι ένα χαμόμηλο τολμά να λαχταρά την άνοιξη. Το πάτησα! Σταμάτησα κάθε ελπίδα προσμονής….
Έγειρα νηστικός και κουρασμένος στο κατώι σου, με το άθλιο ξινό κρασί σου μέθυσα κι εφιάλτες είδα στα όνειρα τα τόσο στείρα και πεζά, που απλόχερα μου χάριζε η ρακένδυτη, ζητιάνα μέρα!
Έπιασα χώμα λασπωμένο, χωρίς ζωή πάνω του, χωρίς καμία μυρωδιά. Εδώ είναι το τέλος σκέφτηκα κι ένα δάκρυ θόλωσε τα μάτια μου, απόσταγμα του πόνου και του ανεκπλήρωτου έρωτα με τη ζωή.
Γενιές ολόκληρες πέρασαν και χάθηκαν στον ορίζοντα του χρόνου χωρίς να μας διδάξουν τίποτα. Δεν μας αγκάλιασαν, πέρασαν κι ούτε μια λέξη δεν είπαν!
Σκυμμένος δένω τα κορδόνια μου, μα ούτε μια προσευχή δεν έκανα για Εσένα κι ας μύριζα κάθε άνοιξη, εκείνα τα λουλούδια του θανάτου δίπλα σου.
Το βλέμμα μου στα κυπαρίσσια. Ένα δάκρυ, τίποτα άλλο.
Τίποτα πια δεν θυμίζει εσένα.

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε.
Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί.
Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού.
Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένη μια ταμπέλα που ακόμη αναγγέλλει στον επισκέπτη «εξοχικόν κέντρον η παρέα»
Σπασμένα τζάμια γύρω μας, σκέτος τάφος πια που μόνο το τιτίβισμα των πουλιών το ζωντανεύει πια.
Δεν μπορώ να μη φανταστώ τις μέρες που έκρυβε παράνομους έρωτες, νιάτα κι οσμές πολλών ανθρώπων. Δεν μπορώ να μην αφουγκραστώ τα φαντάσματα των στιγμών που σταυρωμένα στο χρόνο περιμένουν άδικα την ανάσταση.
Προσπέρασαν οι άλλοι, προσπέρασα κι εγώ.
Η ζωή τρέχει, αδιαφορεί, ξεχνά.