«Θύμισες» Γιάννης Μύρτσης

Εικόνες χαραγμένες στο μυαλό μου.
Τα ριγμένα φύλλα του Σεπτέμβρη, ο βοριάς του χειμώνα, οι κερασιές την άνοιξη, το πράσινο βουνό το καλοκαίρι.
Τα πλατάνια και οι φιγούρες των παιδιών, τα δροσερά νερά της κρήνης, ο καρπουζάς, ο παλιατζής με τις βραχνές φωνές στο δρόμο.
Μπροστά μου φτάνουν η κυρά Μαρία, ο μπάρμπα Θανάσης, ο κυρ δάσκαλος κι ο παπά Γιώργης.
Κύκλος. Δροσερό το καλοκαίρι και γλυκό το κρύο του χειμώνα.
Κυλάει ο καιρός κι εμείς μαζί του γερνάμε ήσυχα. Ωριμάζουμε σαν το παλιό κρασί και το χρώμα της ψυχής θυμίζει ζαφείρι. Φεύγουμε και μένουν πίσω, οι άδειες αυλές και τα κλειστά παραθυρόφυλλα, τ’ αγριόχορτα στα κρυφά μας μονοπάτια και τα μπαλκόνια με τα ξεραμένα γεράνια στα κάγκελά τους.
Τα παλιά σπίτια χαμογελάνε στα διατηρητέα παροπλισμένα όνειρά μας. Μνήμες σαλές ξεδιάντροπες προβάλουν στα βήματά μας, σαλές και πονεμένες, σαν το μυαλό του Τρελαντώνη.
Η ρεματιά γέμισε χόρτα και τα δέντρα άλλαξαν θέση.
Άδειασε η καρδιά μας απ’ τα πρέπει, ξοδέψαμε τις μέρες μας σ΄ ένα λογαριασμό που δεν ήταν δικός μας.
Πού να ’ναι οι φίλοι μου; Το σπασμένο τζάμι στην εκκλησιά τι απέγινε; Το πλατάνι με τα αρχικά μου στη ρίζα του ζει;
Όλα μπροστά μου μια εικόνα που σαν ψέμα απλώνεται και την αλήθεια τη βλέπω μόνο στον καθρέπτη στα γκρίζα μου μαλλιά.
Γέμισε η πλαγιά με δικά μου καντλια. Ποιόν να πρωτοκοιτάξω; Με ποιόν να πρωτομιλήσω; Πόσες μορφές να θυμηθώ; Ανάβω ένα κερί κι ο άνεμος το σβήνει.
Ο έρωτάς μου χάθηκε στα νιάτα, έγινε μεσόκοπος μ’ ένα τσούρμο παιδιά να τρέχουν πίσω του. Τι να διαλέξω τελικά; Το φευγιό μου ή την επιστροφή μου;
Γλυκιά μου Πατρίδα είσαι γεμάτη μνήμες, ευωδίες, φωνές και παραισθήσεις. Απαλύνεις τον πόνο μου και γεμίζεις τα χαμένα μου χρόνια, απλώνεις το χέρι σου στα δύσκολα και με κρατάς όρθιο στο δρόμο μου. Τα βράδια σα δεν μπορώ να κοιμηθώ με νανουρίζεις.
Είμαι κομμάτι σου κι είσαι δικό σου.

«Ο γυρισμός» Γιάννης Μύρτσης

Ταξίδευε το βλέμμα μου στον ορίζοντα και απορροφημένο στεκόταν στ’ ανθισμένα περιβόλια με τις λεμονιές.
Ο πρωινός περίπατος έδινε ανάσα στο κουρασμένο μου κορμί, θαρρείς το γιάτρευε απ’ το ανυπόφορο βάρος των χρόνων που κουβαλούσε.
Καλοκαίριασε σκέφτηκα και κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου, βγάζοντας το ψάθινο καπέλο.
Μετά τα βήματα με οδήγησαν κάτω από τον ίσκιο τους.
Άκουγα χαμογελώντας το βουητό των ζουζουνιών και τ’ άρωμα του αέρα γέμιζε τα πνευμόνια μου.
Ντύνεται όμορφα η φύση, στολίζεται για να γιορτάσει τον ερχομό Του.
Μεγαλοπρεπής προετοιμασία με ξεκάθαρη εντολή από το Θείο.
Ερχομός της ζωής, ερχομός της χαράς και της Άνοιξης στην καρδιά μας.
Ανάσταση είναι ο γυρισμός της κόρης και σωτηρία μας η νίκη του θανάτου.
Τώρα τολμώ να σηκώσω το βλέμμα μου ψηλά και να κοιτάξω τον καταγάλανο ουρανό που είναι γεμάτος με ελπίδα. Να προχωρήσω με σεβασμό και ταπεινότητα στα χώματα της Πατρίδας μου, αναζητώντας εκείνη τη γωνιά που θ’ ακουμπήσω πάνω της για πάντα.

«Χωρίς Επιστροφή» Γιάννης Μύρτσης

Δάκρυα δε βγήκαν ποτέ από τα μάτια σου κι ούτε ένα παράπονο δεν άκουσα από τα χείλη σου. Στράφι πήγε η ζωή σου, σου είπα το στερνό ξημέρωμα, έχοντας καρφωμένα τα μάτια μου στο πάτωμα. Εσύ απλά με κοίταξες ανέκφραστα, παγωμένα.
Τ’ απογεύματα μπροστά σ’ εκείνη την πόρτα στεκόσουν και περίμενες το ποτάμι των φαντασμάτων. Στον ιστό που χρόνια ύφαινες, καλούσες σα Σειρήνα να μπλεχτούν τα θύματά σου, κρατώντας ένα κόκκινο φανάρι. Χρόνια κομπάρσος στην ίδια εξαθλιωμένη παράσταση, με φτωχά τα όνειρα και μουδιασμένα τα αισθήματά σου.
Σου ’ταξα αγάπη, ταξίδια και μια ζωή δική σου. Σου έλεγα ψέματα και το ‘ξερες κι όταν έφυγα δε μου είπες τίποτα.
Ήσουν πίσω από το θολό τζάμι, στο παλιό ξύλινο παράθυρο και κοιτούσες τη σκιά μου να φεύγει, καθώς το ρεύμα των φαντάρων κυλούσε ψάχνοντας ελπίδα και παρηγοριά.
Στη Σπάρτη έκλαψα μόνος και τα δάκρυά μου ακόμη δεν έχουν στεγνώσει.
Πέρασαν χρόνια κι όταν ξανάρθα σε βρήκα εκεί να κοιτάς ακόμη το δρόμο. Το φως έκαιγε πάνω από την πόρτα και τα ψεύτικα λόγια μου ηχούσαν ακόμη στη βρώμικη κάμαρα, ενώ η καρδιά σου σπαρταρούσε στην εικόνα της ταγμένης ζωής.
Δεν ξέρω αν με γνώρισες, μα δε σου πήρα λέξη κι έφυγα με το κεφάλι σκυμμένο. Δε θα ξανάρθω είπα.
Κι εσύ μια σκιά κοίταζες να χάνεται στο τέρμα του δρόμου.

«Φάτα Μοργκάνα» Γιάννης Μύρτσης

Ένα ποίημα που έρχεται από τα «παλιά» χρόνια….

Μέσα στα κύματα της φαντασίας
προβάλλεις μόνιμα, πώς να σε βγάλω
φιγούρα αχνή, ερωτική
κι εγώ μονάχος, δεν πάει άλλο.
Όπου σταθώ είσαι μπροστά μου
έντονο ψέμα πικρό σαν τ’ άλλα
πονάει η σιωπή, πέφτει βροχή
κι εσύ εκεί Φάτα Μοργκάνα.
Χάνω τις σκέψεις, μ’ έχεις μαγέψει,
μου έχεις κλέψει την κάθε στιγμή
μόνος να ζω ένα παραμύθι
μόνος ν’ αντέξω στη φυλακή .
Δύσκολες νύχτες, άχρωμες μέρες,
κύματα ρίγους στο κρύο κορμί
οικτρά μπορώ να ζητιανέψω
ένα και μόνο δικό σου φιλί.
Είδωλο γκρίζο κι αερικό
έγινε η αγάπη χωρίς εσένα
δεν έχω λόγια να τραγουδήσω
ότι κι αν κάνω μοιάζει με ψέμα.
Φάτα Μοργκάνα είναι η μορφή σου
κι εγώ διαβάτης που ζω την πλάνη
θέλω να εκφράσω για σένα τι νιώθω
μα είναι λίγη η ζωή και δεν φτάνει.

«Συνεργείο ψυχών» Γιάννης Μύρτσης

Στο συνεργείο πήγα την ψυχή μου για να γιάνει.
Η οίηση που ένιωθα, εγώ ο παντοδύναμος με πέταξε στα βράχια, με τσάκισε!
Μέσα μου είχε απομείνει ένα τρεμάμενο χλωμό φως από τη φλόγα της καρδιάς μου κι αυτό στο πρώτο αγέρι θα ‘σβηνε.
Σαν πόρνη παροπλισμένη λούφαξε η ζωή μου, το ένιωθα κάθε στιγμή κι οι μέρες μου βουβές περνούσαν. Κυλούσαν μα δεν μπορούσα να τις ζήσω, ήταν κενές, δεν κουβαλούσαν κάποιο μήνυμα, δεν είχαν χρώμα, δεν είχαν ζέστη.
Με λυπήθηκε ο τεχνίτης κι έδωσε προτεραιότητα στον πόνο μου.
Περίμενα τη λύτρωση και την αναγέννησή μου γιατί δεν μπορούσα πια να στηριχτώ στα δικά μου πόδια. Δεν είχα Θεό μέσα μου, δεν είχα αγάπη. Πόσο εύκολα λησμόνησα τα παιδικά μου χρόνια.
Κατάντησα ένα δοχείο απορριμμάτων που ο καθένας πετούσε μέσα μου ότι ήθελε κι εγώ χαμογελούσα μη τους χαλάσω το ραχάτι.
Πέρασαν μέρες, γύρισαν φεγγάρια, ήρθε ο χειμώνας, είδα την άνοιξη, τη θάλασσα. Περίμενα με υπομονή ώσπου βγήκε η διάγνωση.
Ανακύκλωση, είπε κι έστριψε το μουστάκι του.
Μόνο αν λιώσω σαν το σίδερο σε δυνατή φωτιά, θ’ αγγίξω την ελευθερία που ’χω χάσει. Μόνο έτσι θα ξαναβρώ το χαμένο μου δρόμο.
Πώς; Ρώτησα ζητιανεύοντας την απάντηση;
Μου χαμογέλασε, σήκωσε αδιάφορα  τους ώμους του, με χτύπησε απαλά στην πλάτη κι έφυγε.
Έμεινα να κοιτάζω τ’ άπειρο ανήμπορος να κάνω βήμα. Πώς θα τα κάνω όλα αυτά αναρωτήθηκα;
Αι σιχτίρ παλιόκοσμε, εκεί ψηλά είναι η λύση! Είπα και σήκωσα το κεφάλι μου στον ουρανό.

«Διαπίστωση» Γιάννης Μύρτσης

Στα πενήντα μου πια, κλείνω τα μάτια.
Δεν θέλω χρώματα, λόγια, μουσική, τραγούδια.
Τίποτα, ας έχει ησυχία το μυαλό μου.
Βαρέθηκα.
Πένθος αναζητά η καρδιά μου κι ένα δωμάτιο δίχως παράθυρα να κλειστεί μέσα να γιάνει.
Πόσο έκλαψα, πόσο πόνεσα, θρήνος η ζωή μου. Φτάνει!
Ας σωπάσουν πια οι Σειρήνες μέσα στο μυαλό μου και ας έρθει  να με κοιμίσει ο χρόνος. Αυτός που τόσα μου πήρε και που δεν μου δίδαξε τίποτα.
Χαμηλώστε τα φώτα, σβήστε τις εικόνες, σφαλίστε τα μάτια μου, δεν έχω τίποτα άλλο να δω.
Ένα ασπρόμαυρο κάδρο έμεινε η ζωή μου με μία ξεθωριασμένη φωτογραφία που δείχνει κάποιον που δεν υπάρχει.
Έσπασαν οι φτερούγες μου και δεν μπορώ να πετάξω.
Περπατώ στο χώμα σέρνοντας τα πόδια μου με το κεφάλι χαμηλά, δεν έχω φωνή μα μιλήσω, δεν έχω το κουράγιο πια.
Έτσι, έτσι σε κατάντησα ζωή μου, σκλάβα των θέλω και των πρέπει, ενός ηλίθιου πολιτισμού!

«Του έρωτα σημάδια» Γιάννης Μύρτσης

Τριαντάφυλλο γέρικο, λίγο πριν πέσουν τα φύλλα σου στέκεις στο μίσχο κουρασμένο.
Κάποια βλέμματα λυπούνται την εικόνα σου και δεν ξυπνάς πια έρωτα, κρυφές επιθυμίες και σκέψεις πλανεμένες.
Δεν είσαι πια το σύμβολο του πάθους, δεν έχεις τη δύναμη.
Το χρώμα σου ξεθώριασε και τ’ άρωμα σου χάθηκε στις γειτονιές της φύσης.
Δεν έρχονται οι μέλισσες κοντά να μουρμουρίσουν  το τραγούδι τους, ούτε οι κοπέλες τα πέταλά σου επιζητούν για να ’βρουν αν τις αγαπά ο καλός τους.
Περιμένεις τον άνεμο τον λυτρωτή να σε πάρει, να σε ταξιδέψει στους δρόμους, να σε σκορπίσει στις γειτονιές που τραγουδούσανε για σένα.
Του έρωτα σύμβολο γλυκά κοιμήσου, δεν σταματούν τα πάθη, το ξέρεις καλά.
Κει που νομίζεις πως τα πάντα τέλειωσαν, όλα ξανά απ’ την αρχή γυρίζουν.

«Ίσως» Γιάννης Μύρτσης

Ο πρωινός περίπατος μπροστά στη θάλασσα με πήγε.
Κοντοστάθηκα και κοίταξα το κύμα που αγκάλιαζε το βράχο. Χρόνια, μη πω αιώνες, κρατάει τούτη η σχέση, η ερωτική.
Τότε ένας γλάρος καλωσόρισε μια βάρκα κι ο ήλιος έδωσε ένα χάδι στο πρόσωπό μου. Στιγμές μίσους κι αγάπης η σχέση μου μαζί του… Έτσι, ίδια, όπως κρατάει πάντοτε με σένα.
Ένα νέο σου δεν πήρα τόσο καιρό, σταμάτησα να περιμένω. Ίσως…
Κάτι σαν μένω, κάτι σαν φεύγω ήταν θυμάμαι, το μήνυμα που έβγαζε η ματιά σου το τελευταίο εκείνο βράδυ, το βράδυ της σιωπής.
Κοίταξα τον ουρανό κι ένοιωσα την ανάγκη να τραγουδήσω, να πουν τα χείλη μου δύο στίχους, στα λόγια τους να βρω παρηγοριά, αντίβαρο σ’ εκείνα τα βήματα που ακόμη αντηχούν στ’ αυτιά μου.
Έλεος πια, έλιωσα τις μέρες μου σ’ αυτή τη διαδρομή.
Μέσα στα σκουπίδια τώρα αναζητώ τον ουρανό της ζωής μου, στα φορεμένα ρούχα και στα λόγια που ειπώθηκαν χίλιες φορές.
Γύρισα την πλάτη μου στον γαλάζιο ορίζοντα κι αναζήτησα μονοπάτι διαφυγής, στα στενά της αδιάφορης πόλης.

«Ταμείο»Γιάννης Μύρτσης

Ατμόσφαιρα πένθους στα βήματα της ζωής μου
κι ο λογαριασμός  των  ημερών μου,  βρίσκει το ταμείο
σπαρακτικά αρνητικό.
Το σακούλι των αναμνήσεων, μόνο σκοτεινά ντοκουμέντα κρατά
κι ‘μέρα συννεφιασμένη από το πρωί.
Σταμάτα να μονολογείς καλημέρα, νύχτωσε πια!

«Τα μεγάλα ταξίδια μας»

Τα μεγάλα ταξίδια μας η ζωή περιμένει
τα μεγάλα ταξίδια μας που είναι πάντα μπροστά
που γεννιούνται στη σκέψη μας μια στιγμή πικραμένη
και οδηγούνε τα όνειρα σ’ άλλους κόσμους μακριά.
Στα μεγάλα ταξίδια ξεκινάς τη ζωή σου
στα ποτάμια στις θάλασσες στα γαλάζια νερά
σημαδεύουν τις μέρες σου και κεντούν το κορμί σου
μ’ αναμνήσεις με όνειρα με κλεμμένα φιλιά.
Τα μεγάλα ταξίδια μας είναι αυτά που μαγεύουν
σ’ άγνωστους ξένους τόπους με ανθρώπους τρελούς
για να ζήσουν το όνειρο δειλινά περιμένουν
σε λιμάνια σε θάλασσες σε χαμένους σταθμούς.
Τα μεγάλα ταξίδια μας είναι η ίδια η ζωή μας
ξεκινoύν  ένα χάραμα μ’ ένα βήμα δειλό
και μπορεί το απόγευμα να πετάει η ψυχή μας
σε φεγγάρια και όνειρα που δεν βρίσκεις εδώ.