«Ἡ λεῦκα» Ἰωάννης Πολέμης

Τή  θυμᾶσαι τή λεῦκα μας; Παιγνιδιάρα στήν αὔρα
φιλικά μᾶς προστάτευεν ἀπ᾿ τοῦ ἥλιου τή λαύρα,
καί μέ χάρη σαλεύοντας τή ψηλή κορυφή της
ἐψιθύριζε πρόσχαρη τή χαρά τήν κρυφή της
καί σκορποῦσε τό γέλιο της στούς φραγμούς καί στ᾿ ἀμπέλια.
Γιατί τότ᾿ ἀποκρίνονταν στά δικά σου τά γέλια.
Χθές ἐπέρασα μόνος μου -τί δέ κάνουν τά χρόνια!-
βασιλεύει τριγύρω της ἐρημιά, καταφρόνια!
Κι ἡ θεόρατη λεῦκα μας, πού τόν πόνο μου ξέρει,
μέ μιά θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ᾿ ἀγέρι
καί σκορπᾷ τό παράπονο μές στοῦ ἥλιου τό κάμα…
Γιατί τώρ᾿ ἀποκρίνεται στό δικό μου τό κλάμα.
Από την ποιητική συλλογή «Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποίησης»
υπό  Ιωάννου Πολέμη Εκδόσεις «Δαμιανός – Δωδώνη» σελ 258

«Το παλιό βιολί» Ιωάννης Πολέμης

Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη.
Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
για να δει περήφανο τι πουλί ειν’ αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.
Ως κι ο γκιώνης τ’ άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ’ απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.
Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι;
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.
Ειμ` εγώ τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.
Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.
Από την ποιητική συλλογή «Το παλιό βιολί» εκδόσεις «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ»  2011  σελ. 5

«Ερωτικό» Ναπολέων Λαπαθιώτης

Αποτέλεσμα εικόνας για ναπολέων λαπαθιώτης

Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης 
Καημός αλήθεια να περνώ, του έρωτα πάλι το στενό
Ωσπου να πέσει η σκοτεινιά μια μέρα του θανάτου.
Στενό βαθύ και θλιβερό που θα θυμάμαι για καιρό
Τι μου στοιχίζει στην καρδιά το ξαναπέρασμα του.
Ας είν’ ωστόσο, τι ωφελεί γυρεύω πάντα το φιλί
Στερνό φιλί, πρώτο φιλί και με λαχτάρα πόση.
Γυρεύω πάντα το φιλί αχ, καρδιά μου, που μου το ‘τάξανε πολλοί
Κι όμως δε μπόρεσε κανείς, ποτέ να μου το δώσει.
Ίσως μια μέρα όταν χαθώ γυρνώντας πάλι στο βυθό
Και με τη νύχτα μυστικά γίνουμε πάλι ταίρι
Αυτό το ανεύρετο φιλί που το λαχτάρησα πολύ
Σαν μια παλιά της οφειλή να μου το ξαναφέρει.

«Νικος Ζαρντινιδης, Ο αρχοντας της οδου Χαιρωνειας»

«Νικος Ζαρντινιδης, Ο αρχοντας της οδου Χαιρωνειας» Φαίδων Γιαγκιόζης

… Όλοι όσοι γνώριζαν τον Νίκο Ζαρντινίδη, μιλούν για έναν άρχοντα. Περνούσε ώρες ατελείωτες στο γραφείο του στην οδό Χαιρωνείας για να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο που αναλάμβανε. Εκεί, πίσω από τα γιασεμιά και τις βουκαμβίλιες που κοσμούσαν τον τεράστιο κήπο του, υπέγραψε ως υπουργός Δημοσίων Έργων, μερικά από τα σημαντικά έργα, που άλλαξαν κυριολεκτικά την εικόνα της χώρας.
«Νικος Ζαρντινιδης, Ο αρχοντας της οδου Χαιρωνειας» Φαίδων Γιαγκιόζης Εκδόσεις: Μέθεξις

«Ίσως να το έχεις ζήσει»

«Ίσως να το έχεις ζήσει» της Κυριακής  Κουτσουρίδου

Τα διηγήματα της Κυριακής Κουτσουρίδου θέτουν ερωτήματα, αλλά κυρίως προβληματίζουν τον αναγνώστη για το νόημα της ζωής και των αναπαραστάσεών της, οδηγώντας τον μέσα από αισιόδοξους χρωματισμούς στις πολυπόθητες απαντήσεις.
Κυριακής  Κουτσουρίδου  «Ίσως να το έχεις ζήσει» εκδόσεις «Φυλάτος»

«Σε παλιό συμφοιτητή»Κ. Καρυωτάκης

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.
Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.
Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.
Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.
Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.
Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, Ερμής, Αθήνα, 2004

«Μια συνάντηση μετά από χρόνια» Γιάννης Μύρτσης

Κι έτσι γίναμε ξένοι.
Τελείως ξαφνικά, ένα όμορφο απόγευμα που δεν μας
έδωσε κανένα σημάδι.
Έναν λόγο εγώ, έναν λόγο εσύ, κι ύστερα σιωπή μεταξύ μας.
Όταν ο ήλιος χάθηκε τα μάτια σου δεν ήταν ίδια, ούτε και τα δικά μου
ήταν πια εκείνα που ’χες γνωρίσει τότε.
Τι ήταν αυτό που μας χώρισε ποτέ δεν θα το μάθουμε ή κι αν,
ποτέ δεν θα το πούμε.
Ώρες κουβεντιάσαμε, τίποτα δεν καταφέραμε.
Έμεινε το ρολόι να χτυπάει σε τόνο νεκρό, έμεινε κι ο πόνος μου
σε κάθε χτύπο της καρδιάς μου.
Τώρα γλυκιά ανάμνηση είσαι στο μυαλό μου, σαν παιδικό χαμόγελο.
Πόσα σου πήρα εκείνο τ’ απόγευμα.
Στο δρόμο βρεθήκαμε χρόνια μετά.
Τίποτα δεν θύμιζε τον έρωτά μας.
Ξένοι πια, τρόμαξα να σε γνωρίσω.
Ούτε ένα σημάδι τόσο δα μικρό δεν έμεινε στο κορμί σου από μένα.
Ο ήλιος έγειρε το πρόσωπό του και χαθήκαμε.

«Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» Κώστας Καρυωτάκης

Αποτέλεσμα εικόνας για εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο

Ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ‘ναι
ζήτημα ύψους.
Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.
Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου!
Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου
κατακορύφως.
Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.
Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

Από την ποιητική συλλογή «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» εκδόσεις «Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ»

«ΚΑΡΑΝΤΙ» Νίκος Καββαδίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Καββαδίας
Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας
Μπάσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές
ένα πουλί που ακροβατεί στα μπαταράτσα.
Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα,
που αρρώστιες τα ‘χουνε τσακίσει τροπικές.
Παντιέρα κίτρινη – Σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρύμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυό φανάρια της νυχτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.
Το καραντί….  Tο καραντί θα μας μπατάρει.
Σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.
Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό
όπως και τότε απ’ του Κολόμπου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις τη μπαρκέτα,
χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ.
Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μάς φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.
Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια
έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη πελεκημένη απο σπαθιά
διπλά φορώντας των  Ινκάς τα σκουλαρίκια.
Από την ποιητική συλλογή «ΠΟΥΣΙ» εκδόσεις «ΑΓΡΑ» και «Έλγκα  Καββαδία»

«Ο μπαρμπα-Γιάννης κι ο γάιδαρός του»Αργύρης Εφταλιώτης

Αργύρης Εφταλιώτης  
    Αν έχει ιστορία ο μπαρμπα-Γιάννης, τη χρωστάει στο γάδαρό του. Επειδή ο γάδαρός του —Ψαρό τον έλεγε, ας τον πούμε και μεις Ψαρό— δούλεψε καλά στη ζωή, του, από την ώρα που σήκωσε σαμάρι η ράχη του. Επειδή στάθηκε καλότυχος γάδαρος ο Ψαρός, μ’ όλη του τη βαριά δουλειά που έκαμε στη ζωή του. Επειδή ήτανε γάδαρος με χαρακτήρα ο Ψαρός, και τον έδειξε τον χαρακτήρα του τότες που τον είχε ο μπαρμπα-Γιάννης έξι μήνες δεμένο στο μαγγανοπήγαδό του, έξι ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες που μπορούσαν και λιοντάρι να δαμάσουν, κι ωστόσο ο Ψαρός μήτε τη δύναμή του έχασε στο ζυγό εκείνο, μήτε τη μεγάλη του φωνή, μήτε τη σβελτάδα του, όταν από καιρό σε καιρό, τον άφηνε ο αφέντης του στο χωράφι να πάρει λιγάκι αέρα, να δροσιστεί με χορτάρι χλωρό.
    Όταν ο μπαρμπα-Γιάννης έχασε το περιβόλι του, άλλο δεν του έμενε παρά ο Ψαρός. Αυτός ήταν ο φίλος του, η σερμαγιά του, το στήριγμά του. Μ’ αυτόνα δούλευε, μ’ αυτόνα μιλούσε. Ανεβοκατέβαινε το βουναράκι του χωριού του με τον Ψαρό, και δεν ήταν πραμάτεια, δεν ήτανε λαχανικά, πωρικά, ξύλο, που δεν περνούσαν από του Ψαρού τη σταυρωτή ράχη πριν να ‘ρθουνε στου μπαρμπα-Γιάννη τη γειτονιά.
    Κατάντησε μπαρμπα-Γιάννης και Ψαρός να είναι ένα πράμα. Μαζί τρώγανε, μαζί περπατούσανε, μαζί κοιμούνταν. Έξω, έξω στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Γιάννης στο καλύβι ολομόναχος, ο Ψαρός στην αυλή. Έβγαινε ο μπαρμπα-Γιάννης στην πόρτα του πρωί πρωί, κι η πρώτη του καλημέρα ήτανε στον Ψαρό. Γύριζε τότες ο Ψαρός το κεφάλι κατά τον αφέντη του, σάλευε τ’ αυτιά του με λαχτάρα κι αγάπη, και τον κοίταζε με μάτια πανώρια, μάτια που μπορούσε κι η πιο μαυρομάτα κοπέλα να τα ζουλέψει.
    Αλλοτε πάλι, στη δουλειά απάνω, αν ήτανε μεγάλη η ζέστη, παραπολύ βαρύ το γομάρι, και τύχαινε κι ο Ψαρός να είναι κακοδιάθετος ή παρακουρασμένος, και δεν ανέβαινε τον ανήφορο με μεγάλη προθυμία, έχανε την υπομονή του ο μπαρμπα-Γιάννης, και του μιλούσε σε γλώσσα που άνθρωπος να την υποφέρει ήταν αδύνατο, κι ωστόσο ο Ψαρός την υπόφερνε, κι έκανε τα καλά του μάλιστα, επειδή το γνώριζε πως έχει και ξύλο, αν και το ξύλο ο μπαρμπα-Γιάννης δεν του το ‘δινε, παρά σαν έβλεπε πως δεν περνούσαν τα λόγια. Γάδαρος γνωστικότερος από ανθρώπους πολλούς που δεν εννοούν τίποτις να σου δώσουν, με τίποτις να συμφωνήσουν, όσο λογικό και να είναι, παρά σαν δούνε σα νιώσουν τη βία, είτε στη ράχη τους, είτε κι αλλιώς.
    Ηρωικός γάδαρος ο Ψαρός, διακριτικός αφέντης ο μπαρμπα-Γιάννης. Γι’ αυτό έζησε ο Ψαρός και χρόνια πολλά, και τον ωφέλησε τον αφέντη του, όσο γάδαρος άνθρωπο ποτές δεν ωφέλησε.
    Μα όλα τα πράματα αυτουνού του κόσμου έχουν ένα τέλος, κι είχε και του μπαρμπα-Γιάννη και του Ψαρού η αχώριστη φιλία το τέλος της.
    Ανέβαινε τ’ αγαπημένο ζευγάρι από τον κάμπο, μέρα μεσημέρι. Αύγουστο μήνα, με γομάρι σταφύλια. Ήταν τρυγητός, καιρό δεν είχανε να χάνουν, τα σταφύλια περίμεναν στ’ αμπέλι κομμένα, να κουβαληθούνε, να ζουληχτούνε, να γίνουν πετμέζι, μούστος κρασί. Ήταν το τρίτο ταξίδι τούτο.         Έπρεπε να γίνουν άλλα τρία ταξίδια, και μήτε να σταθούνε στο μισό δρόμο, να ξεκουραστούνε, δεν είχαν καιρό. Ήταν τώρα γέρος ο μπαρμπα-Γιάννης μα κι ο Ψαρός ακόμα πιο γέρος. Δεν είχε πια ο Ψαρός την πρώτη σβελτάδα του.
    — Τρέχα, κακόμοιρε, του έλεγε ο μπαρμπα-Γιάννης βραχνά βραχνά, τρέχα, γιατί έχουμε άλλα τρία. Και τότες πια θα ‘χεις χειμωνικόφλουδα απόψε στο φαγί σου. Άιντε και φτάσαμε κακορίζικε!
     Κι έκανε ο Ψαρός να τρέξει γληγορότερα, μα τα πόδια του έτρεμαν, ήταν κατεβασμένα τ’ αυτιά του, και γόγγυζε. Εκεί που γόγγυζε κοντοστέκεται, λυγίζουν τα γόνατά του, πέφτει κάτω, η άσπρη κοιλιά του στον ήλιο, τα πόδια του στον αέρα, τα κοφίνια με τα σταφύλια αποπίσω του.
    Έτρεξε ο μπαρμπα-Γιάννης κατατρομασμένος, πρώτη φορά που πάθαινε τέτοιο πράμ’ ο Ψαρός. Άρχισε να ξελύνει του σαμαριού το λουρί, που του παράσφιγγε την κοιλιά του Ψαρού, και του ‘κοβε την αναπνοή. Το ‘σκισε το λουρί με το μαχαίρι του, παραμέρισε το σαμάρι όσο μπορούσε, ύστερα παίρνει το καπίστρι, και τραβάει τον Ψαρό να τόνε σηκώσει.
    — Έλα γέρο μου, σήκω καημένε, σήκω κι έχουμε τρία ταξίδια ακόμα. Σήκω και θα ‘χεις και κριθάρι απόψε. Σ’ αξίζει, καημένε. Σήκω. Ψαρέ μου!
    Μα πού να σηκωθεί ο Ψαρός!
    Σκύβει ο μπαρμπα-Γιάννης και χαδεύει τη ράχη του, το λαιμό του, το μέτωπό του, τραβάει έπειτα πάλι, του κάκου! Δε σηκώνεται ο Ψαρός!
    Του πέρασε τότες από το νου του σαν αστραπή, ο φόβος μήπως έπαθε τίποτις ο Ψαρός, μήπως — κι ο φόβος μονάχα τον έκαμε να καθίσει, ν’ ακουμπήσει κάπου, να συνεφέρει, να πάρει δύναμη για να μπορέσει να κοιτάξει τα μάτια του, να προσέξει την αναπνοή του, να καταλάβει αν ζει ο Ψαρός του.
    Κάθισε λαχανιασμένος αφανισμένος από την κούραση, από τη βιάση του να ξελύσει το σαμάρι να παραμερίσει τα κοφίνια, από τα τράβα τράβα το καπίστρι να σηκωθεί ο Ψαρός, από τον ήλιο το φοβερό που τον έδερνε καθώς έπεφτε στην κoρφή του.
    Κάθισε και σηκωμό πια δεν είχε. Μόνο έγειρε σ’ ένα βράχο πλαγινό, στο μισό το δρόμο του βουνού, που ψυχή δεν φαίνονταν από πουθενά να ‘ρθει και να του χύσει μια στάλα νερό να τόνε συνεφέρει.
     Ξανασυλλογίστηκε άξαφνα το δόλιο τον Ψαρό και πάσκισε να συρθεί κατακεί που ήταν πλαγιασμένος, να τόνε χαδέψει, να τον κάμει να σηκωθεί, να τον καβαλικέψει έπειτα και να πάει στο καλύβι του, να συχάσουν κι οι δύο τους, κι ας πάνε στο καλό τα σταφύλια.
    Μα πού να σηκωθεί πια ο μπαρμπα-Γιάννης! Όσο το συλλογιότανε να σηκωθεί, άλλο τόσο βούλιαζε μέσα στη λιγοθυμιά που τον πήρε, βούλιαζε, όλο βούλιαζε, και τώρα πια άλλο δεν έμενε μέσα στο νου του παρά να μπορέσει ν’ απλώσει το χέρι του απάνω στον Ψαρό, να του δώσει να καταλάβει πως είναι κοντά του, πως παρακουράστηκε κι αυτός, και θα μείνει πλαγιασμένος, ώσπου να συνεφέρει.
    Μάζεψε τη στερνή του δύναμη κι άπλωσε ο γέρος το χέρι του. Έπεσε βαριά το χέρι απάνω στον άψυχο το λαιμό του Ψαρού.
    Έμεινε καθώς έπεσε το χέρι, έμεινε κι ο γέρος ασάλευτος, αμίλητος, αξύπνητος. Τίποτις δεν έφεγγε πια μέσα στο σβησμένο το νου του, και μήτε τα μερμήγκια κι οι μύγες, μήτ’ αυτά δεν τον πείραζαν πια. Μόνο τον έδερνε ο ήλιος, κι αυτός κοιμούνταν τον αιώνιο τον ύπνο, κοντά στον Ψαρό του, τον ήρωα τον Ψαρό, που απόθανε στη δουλειά του απάνω, σαν πολεμιστής απάνω στο κάστρο του.
    Την άλλη μέρα σε κείνο το μέρος τίποτις άλλο δεν έβλεπες παρά μερικές ρώγες σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήτανε θαμμένος στην Άγια-Μαρίνα λίγο παραπάνω, ο δύστυχος ο Ψαρός ήταν γκρεμισμένος μέσα σε χαράδρα βαθιά παρακάτω.
   Δεν τον έθαψαν τον Ψαρό κι ας δούλεψε σ’ όλη του τη ζωή. Τόνε λυπήθηκαν όμως τα όρνια και του ξεγύμνωναν τ’ άσπρα τα κόκαλά του, και του τα ζέσταιν’ ο ήλιος και του τα ‘πλεναν οι βροχές, ώσπου αφ ανίστηκαν και κείνα, κι άλλο τώρα δεν του μένει του κακόμοιρου του Ψαρού παρ’ αυτή η μικρή ιστορία.
Αργύρης Εφταλιώτης » Νησιώτικες ιστορίες» εκδόσεις  «Νεφέλη» Αθήνα 1989
Αρέσει σε %d bloggers: