«ΚΑΡΑΝΤΙ» Νίκος Καββαδίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Καββαδίας
Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας
Μπάσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές
ένα πουλί που ακροβατεί στα μπαταράτσα.
Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα,
που αρρώστιες τα ‘χουνε τσακίσει τροπικές.
Παντιέρα κίτρινη – Σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρύμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυό φανάρια της νυχτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.
Το καραντί….  Tο καραντί θα μας μπατάρει.
Σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.
Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό
όπως και τότε απ’ του Κολόμπου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις τη μπαρκέτα,
χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ.
Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μάς φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.
Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια
έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη πελεκημένη απο σπαθιά
διπλά φορώντας των  Ινκάς τα σκουλαρίκια.
Από την ποιητική συλλογή «ΠΟΥΣΙ» εκδόσεις «ΑΓΡΑ» και «Έλγκα  Καββαδία»

«Ο μπαρμπα-Γιάννης κι ο γάιδαρός του»Αργύρης Εφταλιώτης

Αργύρης Εφταλιώτης  
    Αν έχει ιστορία ο μπαρμπα-Γιάννης, τη χρωστάει στο γάδαρό του. Επειδή ο γάδαρός του —Ψαρό τον έλεγε, ας τον πούμε και μεις Ψαρό— δούλεψε καλά στη ζωή, του, από την ώρα που σήκωσε σαμάρι η ράχη του. Επειδή στάθηκε καλότυχος γάδαρος ο Ψαρός, μ’ όλη του τη βαριά δουλειά που έκαμε στη ζωή του. Επειδή ήτανε γάδαρος με χαρακτήρα ο Ψαρός, και τον έδειξε τον χαρακτήρα του τότες που τον είχε ο μπαρμπα-Γιάννης έξι μήνες δεμένο στο μαγγανοπήγαδό του, έξι ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες που μπορούσαν και λιοντάρι να δαμάσουν, κι ωστόσο ο Ψαρός μήτε τη δύναμή του έχασε στο ζυγό εκείνο, μήτε τη μεγάλη του φωνή, μήτε τη σβελτάδα του, όταν από καιρό σε καιρό, τον άφηνε ο αφέντης του στο χωράφι να πάρει λιγάκι αέρα, να δροσιστεί με χορτάρι χλωρό.
    Όταν ο μπαρμπα-Γιάννης έχασε το περιβόλι του, άλλο δεν του έμενε παρά ο Ψαρός. Αυτός ήταν ο φίλος του, η σερμαγιά του, το στήριγμά του. Μ’ αυτόνα δούλευε, μ’ αυτόνα μιλούσε. Ανεβοκατέβαινε το βουναράκι του χωριού του με τον Ψαρό, και δεν ήταν πραμάτεια, δεν ήτανε λαχανικά, πωρικά, ξύλο, που δεν περνούσαν από του Ψαρού τη σταυρωτή ράχη πριν να ‘ρθουνε στου μπαρμπα-Γιάννη τη γειτονιά.
    Κατάντησε μπαρμπα-Γιάννης και Ψαρός να είναι ένα πράμα. Μαζί τρώγανε, μαζί περπατούσανε, μαζί κοιμούνταν. Έξω, έξω στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Γιάννης στο καλύβι ολομόναχος, ο Ψαρός στην αυλή. Έβγαινε ο μπαρμπα-Γιάννης στην πόρτα του πρωί πρωί, κι η πρώτη του καλημέρα ήτανε στον Ψαρό. Γύριζε τότες ο Ψαρός το κεφάλι κατά τον αφέντη του, σάλευε τ’ αυτιά του με λαχτάρα κι αγάπη, και τον κοίταζε με μάτια πανώρια, μάτια που μπορούσε κι η πιο μαυρομάτα κοπέλα να τα ζουλέψει.
    Αλλοτε πάλι, στη δουλειά απάνω, αν ήτανε μεγάλη η ζέστη, παραπολύ βαρύ το γομάρι, και τύχαινε κι ο Ψαρός να είναι κακοδιάθετος ή παρακουρασμένος, και δεν ανέβαινε τον ανήφορο με μεγάλη προθυμία, έχανε την υπομονή του ο μπαρμπα-Γιάννης, και του μιλούσε σε γλώσσα που άνθρωπος να την υποφέρει ήταν αδύνατο, κι ωστόσο ο Ψαρός την υπόφερνε, κι έκανε τα καλά του μάλιστα, επειδή το γνώριζε πως έχει και ξύλο, αν και το ξύλο ο μπαρμπα-Γιάννης δεν του το ‘δινε, παρά σαν έβλεπε πως δεν περνούσαν τα λόγια. Γάδαρος γνωστικότερος από ανθρώπους πολλούς που δεν εννοούν τίποτις να σου δώσουν, με τίποτις να συμφωνήσουν, όσο λογικό και να είναι, παρά σαν δούνε σα νιώσουν τη βία, είτε στη ράχη τους, είτε κι αλλιώς.
    Ηρωικός γάδαρος ο Ψαρός, διακριτικός αφέντης ο μπαρμπα-Γιάννης. Γι’ αυτό έζησε ο Ψαρός και χρόνια πολλά, και τον ωφέλησε τον αφέντη του, όσο γάδαρος άνθρωπο ποτές δεν ωφέλησε.
    Μα όλα τα πράματα αυτουνού του κόσμου έχουν ένα τέλος, κι είχε και του μπαρμπα-Γιάννη και του Ψαρού η αχώριστη φιλία το τέλος της.
    Ανέβαινε τ’ αγαπημένο ζευγάρι από τον κάμπο, μέρα μεσημέρι. Αύγουστο μήνα, με γομάρι σταφύλια. Ήταν τρυγητός, καιρό δεν είχανε να χάνουν, τα σταφύλια περίμεναν στ’ αμπέλι κομμένα, να κουβαληθούνε, να ζουληχτούνε, να γίνουν πετμέζι, μούστος κρασί. Ήταν το τρίτο ταξίδι τούτο.         Έπρεπε να γίνουν άλλα τρία ταξίδια, και μήτε να σταθούνε στο μισό δρόμο, να ξεκουραστούνε, δεν είχαν καιρό. Ήταν τώρα γέρος ο μπαρμπα-Γιάννης μα κι ο Ψαρός ακόμα πιο γέρος. Δεν είχε πια ο Ψαρός την πρώτη σβελτάδα του.
    — Τρέχα, κακόμοιρε, του έλεγε ο μπαρμπα-Γιάννης βραχνά βραχνά, τρέχα, γιατί έχουμε άλλα τρία. Και τότες πια θα ‘χεις χειμωνικόφλουδα απόψε στο φαγί σου. Άιντε και φτάσαμε κακορίζικε!
     Κι έκανε ο Ψαρός να τρέξει γληγορότερα, μα τα πόδια του έτρεμαν, ήταν κατεβασμένα τ’ αυτιά του, και γόγγυζε. Εκεί που γόγγυζε κοντοστέκεται, λυγίζουν τα γόνατά του, πέφτει κάτω, η άσπρη κοιλιά του στον ήλιο, τα πόδια του στον αέρα, τα κοφίνια με τα σταφύλια αποπίσω του.
    Έτρεξε ο μπαρμπα-Γιάννης κατατρομασμένος, πρώτη φορά που πάθαινε τέτοιο πράμ’ ο Ψαρός. Άρχισε να ξελύνει του σαμαριού το λουρί, που του παράσφιγγε την κοιλιά του Ψαρού, και του ‘κοβε την αναπνοή. Το ‘σκισε το λουρί με το μαχαίρι του, παραμέρισε το σαμάρι όσο μπορούσε, ύστερα παίρνει το καπίστρι, και τραβάει τον Ψαρό να τόνε σηκώσει.
    — Έλα γέρο μου, σήκω καημένε, σήκω κι έχουμε τρία ταξίδια ακόμα. Σήκω και θα ‘χεις και κριθάρι απόψε. Σ’ αξίζει, καημένε. Σήκω. Ψαρέ μου!
    Μα πού να σηκωθεί ο Ψαρός!
    Σκύβει ο μπαρμπα-Γιάννης και χαδεύει τη ράχη του, το λαιμό του, το μέτωπό του, τραβάει έπειτα πάλι, του κάκου! Δε σηκώνεται ο Ψαρός!
    Του πέρασε τότες από το νου του σαν αστραπή, ο φόβος μήπως έπαθε τίποτις ο Ψαρός, μήπως — κι ο φόβος μονάχα τον έκαμε να καθίσει, ν’ ακουμπήσει κάπου, να συνεφέρει, να πάρει δύναμη για να μπορέσει να κοιτάξει τα μάτια του, να προσέξει την αναπνοή του, να καταλάβει αν ζει ο Ψαρός του.
    Κάθισε λαχανιασμένος αφανισμένος από την κούραση, από τη βιάση του να ξελύσει το σαμάρι να παραμερίσει τα κοφίνια, από τα τράβα τράβα το καπίστρι να σηκωθεί ο Ψαρός, από τον ήλιο το φοβερό που τον έδερνε καθώς έπεφτε στην κoρφή του.
    Κάθισε και σηκωμό πια δεν είχε. Μόνο έγειρε σ’ ένα βράχο πλαγινό, στο μισό το δρόμο του βουνού, που ψυχή δεν φαίνονταν από πουθενά να ‘ρθει και να του χύσει μια στάλα νερό να τόνε συνεφέρει.
     Ξανασυλλογίστηκε άξαφνα το δόλιο τον Ψαρό και πάσκισε να συρθεί κατακεί που ήταν πλαγιασμένος, να τόνε χαδέψει, να τον κάμει να σηκωθεί, να τον καβαλικέψει έπειτα και να πάει στο καλύβι του, να συχάσουν κι οι δύο τους, κι ας πάνε στο καλό τα σταφύλια.
    Μα πού να σηκωθεί πια ο μπαρμπα-Γιάννης! Όσο το συλλογιότανε να σηκωθεί, άλλο τόσο βούλιαζε μέσα στη λιγοθυμιά που τον πήρε, βούλιαζε, όλο βούλιαζε, και τώρα πια άλλο δεν έμενε μέσα στο νου του παρά να μπορέσει ν’ απλώσει το χέρι του απάνω στον Ψαρό, να του δώσει να καταλάβει πως είναι κοντά του, πως παρακουράστηκε κι αυτός, και θα μείνει πλαγιασμένος, ώσπου να συνεφέρει.
    Μάζεψε τη στερνή του δύναμη κι άπλωσε ο γέρος το χέρι του. Έπεσε βαριά το χέρι απάνω στον άψυχο το λαιμό του Ψαρού.
    Έμεινε καθώς έπεσε το χέρι, έμεινε κι ο γέρος ασάλευτος, αμίλητος, αξύπνητος. Τίποτις δεν έφεγγε πια μέσα στο σβησμένο το νου του, και μήτε τα μερμήγκια κι οι μύγες, μήτ’ αυτά δεν τον πείραζαν πια. Μόνο τον έδερνε ο ήλιος, κι αυτός κοιμούνταν τον αιώνιο τον ύπνο, κοντά στον Ψαρό του, τον ήρωα τον Ψαρό, που απόθανε στη δουλειά του απάνω, σαν πολεμιστής απάνω στο κάστρο του.
    Την άλλη μέρα σε κείνο το μέρος τίποτις άλλο δεν έβλεπες παρά μερικές ρώγες σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήτανε θαμμένος στην Άγια-Μαρίνα λίγο παραπάνω, ο δύστυχος ο Ψαρός ήταν γκρεμισμένος μέσα σε χαράδρα βαθιά παρακάτω.
   Δεν τον έθαψαν τον Ψαρό κι ας δούλεψε σ’ όλη του τη ζωή. Τόνε λυπήθηκαν όμως τα όρνια και του ξεγύμνωναν τ’ άσπρα τα κόκαλά του, και του τα ζέσταιν’ ο ήλιος και του τα ‘πλεναν οι βροχές, ώσπου αφ ανίστηκαν και κείνα, κι άλλο τώρα δεν του μένει του κακόμοιρου του Ψαρού παρ’ αυτή η μικρή ιστορία.
Αργύρης Εφταλιώτης » Νησιώτικες ιστορίες» εκδόσεις  «Νεφέλη» Αθήνα 1989

«Στην Πίστη πάνω, την Ελπίδα» Ιωάννης Πολέμης

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιωάννης Πολέμης
Ο Ποιητής Ιωάννης Πολέμης
 

Μη φοβηθείς το σπίτι που άνοιξε
Βαθιά στη γη τα θέμελά του
Κι ας έλθουν χίλιοι ανεμοστρόβιλοι
Και τη σκεπή του ας ρίξουν κάτου.
Μη φοβηθείς το δένδρο που άπλωσε
Τις ρίζες του βαθιά στο χώμα
Κι ας σπάσει την κορφή του ο άνεμος
Και τα πυκνά κλαδιά του ακόμα
Μη φοβηθείς αυτόν που στήριξε
Στην πίστη επάνω την ελπίδα
Τον είδα στη ζωή να μάχεται
Μα πάντα ανίκητο τον είδα

«Συννεφιά» Γιάννης Μύρτσης

Σκοτάδι έχει η ζωή μου χωρίς εσένα.
Δεν το’ χα καταλάβει  ότι εσύ φώτιζες το δρόμο μου, πόσο μωρός Θεέ  μου!
Χωρίς τα μάτια σου, χωρίς το γέλιο σου, μια συννεφιά η κάθε μου μέρα.
Έφυγες και δεν πρόλαβα ν’ αγγίξω τα μαλλιά σου, δεν πρόλαβα να σκουπίσω τα δακρυσμένα σου μάτια, δεν πρόλαβα να μαρτυρήσω το πόσο σ’ αγαπώ.
Επιστρέφει το μυαλό μου στα μέρη που είδαμε μαζί, στο χώμα που πατήσαμε παρέα με μια ανάσα, μ’ ένα γέλιο κι ίσως μ’ ένα κρυφό δάκρυ.
Η καληνύχτα που ζητάς δεν βγαίνει από μέσα μου, πώς να σου την πω άλλωστε;
Πόσο σε πίκρανα, μα κι εσύ.
Καλημέρα, περιμένω.

«Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές»Νικηφόρος Βρεττάκος

Αποτέλεσμα εικόνας για νικηφόρος βρεττάκος

Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος

Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,
άσπρισαν απ’ τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους
γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.
Κάθονταν κάτω απ’ το φεγγάρι και με νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω απ’ το φεγγάρι και με μάλωνε:
Χτες σ’ έλουσα, χτες σ’ άλλαξα, που γύριζες –
ποιος γιόμισε τα ρούχα σου δάκρυα
και νεραντζάνθια.
Από την ποιητική συλλογή «η εκλογή μου» εκδόσεις «ποταμός»

«Τι λοιπόν;»Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ 

Αποτέλεσμα εικόνας για δροσίνης γεώργιος

Ο Ποιητής Γεώργιος Δροσίνης

Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε,
τούτο μόνο Ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σ’ ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα
το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει
κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρ’ απ’ το θάνατο αρχίζει;
Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα
κι αντί να ‘ρθει μια νύχτ’ αξημέρωτη
ξημερώνει μι’ αβράδιαστη μέρα;
Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;

«Οι Πόρτες»

Οι Πόρτες του Παναγιώτη Χαιρόπουλου.

Σαν τη Ζωή, η Ποίηση, Ταξίδι Περιπέτειας, Αγωνίας, Σκέψης και Δράσης, Εικόνας και Ήχου, Άπειρη αλλά και Πεπερασμένη στον μικρό μου Νου, εκφράζεται… διαλέγεται, συνδιαλέγεται με σένα, με μένα, με όλους…
Ο Λόγος, Άπειρος, Αιώνιος, Συμπαντικός, Απλός, ευθύνεται… κατευθύνεται, σε σένα, σε μένα, σε όλους…
Ζωή και Αλήθεια και Φως και Χαρά και Λύπη…
Όλοι, όλες, όλα, Μία Αγκαλιά, να αγκαλιάσει εσένα…, εμένα…,εμάς…, εσάς…, όλους, όλες, όλα…
Εάν ο ποιητής σου έδωσε έστω και ένα ποίημα που άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς σου, πέτυχε η Συλλογή αυτή το σκοπό της…
Καλό και ευχάριστο ταξίδι, να έχετε στα πολυδαίδαλα μονοπάτια των ποιητικών λαβυρίνθων!
Παναγιώτης Χαιρόπουλος «ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΥΛΑΤΟΣ

«Πάντα Εδώ» Γιάννης Μύρτσης

Λατρεύω τον χειμώνα.
Το κρύο του, τις βροχές του, μα πιο πολύ τα χιόνια του λατρεύω.
Ο χειμώνας μου θυμίζει εσένα.
Ερχόσουν  πάντα στο πρώτο ψυχρό αεράκι του Σεπτέμβρη.
Κρύωνες θυμάμαι, πάντα κρύωνες κι ερχόσουν κοντά μου να ζεσταθείς.
Έμπαινες στην αγκαλιά μου κι αφηνόσουν στα χέρια μου. Εγώ σφιχτά σε κρατούσα κι άκουγα την ανάσα σου να μου τραγουδά.
Ζούσα στον Παράδεισο μου κι εσύ ήσουν δίπλα μου.
Κι όταν ζέστανε  ο καιρός την άνοιξη  έφευγες μακριά μου, λες κι ήμουν ξένος.
Η ψυχή σου αναζητούσε άλλους τόπους. Ξένους, ζεστούς, διαφορετικούς.
Κι έμενα μόνος στο παράθυρο να κοιτάζω,  κι έμενα μόνος με το βλέμμα μου κολλημένο στη πόρτα να περιμένω.
Περίμενα μετρώντας  τις μέρες, κοιτώντας  τα σημάδια στον ουρανό .
Τα μελτέμια τ’ Αυγούστου  ήταν βάλσαμο στη ψυχή μου.
Περίμενα να γυρίσεις μα φοβόμουν .Φοβόμουν, μήπως μιαν άλλη αγκαλιά, πιο ζεστή από τη δική μου, θα σε κρατούσε για πάντα.

Κ.Π.Καβάφης: Η αξία της ποίησης

Ελισάβετ Αρσενίου

Κ.Π.Καβάφης: Η αξία της ποίησης

 

Τα κείμενα του βιβλίου αυτού αφορούν τη σημερινή αξία της τόσο πολύτιμης μέσα στις χρονικές της διαστάσεις καβαφικής ποίησης. Το πρώτο μέρος παρουσιάζει τη «χρηστική αξία» της, που εντοπίζεται στην ταύτιση, τις ψυχολογικές αντιδράσεις και τις αναπαραστατικές προθέσεις ενώπιον της ποίησης του Καβάφη. Από την άλλη πλευρά, αναζητείται η «αντικειμενική της αξία» ως διαδικασία δραστικότητας και ενεργοποίησης του καβαφικού λόγου με όρους του 21ου αιώνα, λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη την αδυναμία επιστροφής στο πρωτότυπο χωρίς τη συμπερίληψη όλων όσα μεσολάβησαν εδώ και έναν αιώνα έως τη διαμόρφωση της σύγχρονής μας υποψίας.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αντιμετωπίζει την καβαφική ποίηση ως παράδειγμα απόδοσης από τον ποιητικό λόγο του ιστορικού συμβάντος με όρους βασισμένους στη Λογική της σημασίας του Gilles Deleuze. Το ιστορικό συμβάν ανάγεται σε ποιητικό εφόσον συλλαμβάνει τη σημασία των μεταβατικών στιγμών της Ιστορίας και υλοποιεί γλωσσικά τα πρωτογενή ιστορικά γεγονότα, όπως αυτό της «μάχης». Αυτή η πραγμάτωση της «μάχης» στον ποιητικό λόγο προσφέρει το έδαφος μιας ανάγνωσης η οποία αποκτά χαρακτηριστικά επιτέλεσης και συλλαμβάνει τη ρηματική δυναμική κάθε ποιήματος ως πρόκληση επανεξέτασης της νομαδικής φύσης του ιστορικού βιώματος.
Η έκδοση συμπληρώνεται από ανθολόγιο στο οποίο συγκεντρώνονται τα καβαφικά ποιήματα που αναφέρονται στο βιβλίο.
Κ.Π.Καβάφης: Η αξία της ποίησης

 

http://www.metaixmio.gr/products/3349–.aspx

«Γουμένισσα» Γιάννης Μύρτσης

Γέμισε ο τόπος μυρωδιά καμένου ξύλου
γέμισε φύλλα κυδωνιάς ο ουρανός
που κατεβαίνουνε στη γη σαν τους αγγέλους
κείνη τη νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός.
Γέμισε ομίχλη και σκεπάζει τα σοκάκια
στα κεραμίδια το νερό σταλαγματιές
κι ένας αγέρας σαν βιολί παίζει τους ήχους
στις παγωμένες και τις γκρίζες γειτονιές.
Γέμισε ο τόπος αφιλόξενο σταχτί
γέμισε ο τόπος απ’ το γαύγισμα ενός σκύλου
χιλιάδες όνειρα την άνοιξη προσμένουν
γέμισε ο τόπος μυρωδιά καμένου ξύλου.
Αρέσει σε %d bloggers: