«Γκόνου Δογιάμα & Κονδύλη» Γιάννης Μύρτσης

Καπετάν Γκόνου Δογιάμα  και Κονδύλη
το στενό που μεγαλώσαμε οι φίλοι
σε κωμόπολη κρυμμένη σε μιαν άκρη
που καλά, καλά δεν βρίσκεται στο χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στην πλατεία
στα νερά μέσα στην κρήνη στη γωνία
τα ποδήλατα τα βράδια σε μιαν άκρη
των ονείρων μας σαν φτιάχναμε το χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στο στενό
μπάλα παίζαμε, κρυφτό, κυνηγητό
σ’ ένα δρόμο απ’ το σπίτι ως το σχολείο
κι έτσι πέρασαν τα χρόνια σαν αστείο.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα τώρα στέκει
μια ανάμνηση που ο κόσμος δεν τη βλέπει
είναι άδειο το στενό, τη γειτονιά μου
δυστυχώς δεν θα γνωρίσουν τα παιδιά μου.

«Στην Παναγία Μαυριώτισσα» Γιάννης Μύρτσης

Στην Παναγία την Μαυριώτισσα, δίπλα στο ήχο του κύματος  περιμένω.
Το αγέρι ψυχρό, χειμωνιάτικο και τα φύλλα των πλατάνων αφημένα στο χώμα νεκρά.
Κάποιοι γλάροι γελούν στο πέρασμα τους, πετούν μπροστά μου και ζητιανεύουν τη μπουκιά. Τους κοιτάω ανήμπορος να  χάνονται στον ουρανό.
Μπροστά μας,  πρόσχαρη η Παναγιά περιμένει να μας δώσει την ευχή της και δίπλα της  ο μοναχός  χτυπάει τα  ξύλα, τα σκίζει στη μέση, προσπαθώντας να ζεστάνει τις κρύες ψυχές μας.
Στον κυματισμό του ορίζοντα σβήνει το βλέμμα  που κοιτά αχόρταγα τη σάρκα και κάνει την καρδιά να στενάζει.
Σκέψεις με παίρνουν μακριά.  Προσπαθούν να ζεστάνουν τα παγωμένα μου χέρια, τη σκληρή μου καρδιά.
Έσφιξα το σακάκι στο κορμί μου  και τι τυχερός Θεέ μου, μια ακτίδα του ήλιου πέρασε μέσα από τα σύννεφα και με ζέστανε.
Σε λίγο θα  βραδιάσει και θα χαθούν οι εικόνες γύρω μου. Θα μείνει μόνο ο ήχος από τα πουλιά της λίμνης, ο ήχος του κρύου αέρα και της παγωμένης μου ανάσας.
Άγια τα χώματα ετούτα που πάτησα.
Ευλογημένος νιώθω, Παναγιά μου γλυκιά μου μητέρα.

«Η Αντιγόνη που δεν γνώρισα» Γιάννης Μύρτσης

Το κύμα τις σκέψεις τραβούσε στην άκρη.
Κενό το μυαλό μου κι εσύ ζωή μου κενή.
Ψυχρός ο αέρας πάγωσε τα όνειρα και σαν τέλειωσαν τα παραμύθια η χαρά μου στάθηκε στην άκρη.
Βάλσαμο ήταν ο θάνατος, ναι ήταν, αν μαζί του το σκοπό της ζωής τραγουδούσες.
Καημένα μου χρόνια, τον ήλιο ξοδέψατε σε θάλασσες ρηχές χωρίς κοχύλια.
Φοβάμαι να μιλήσω, μαζεμένος στέκω στη γωνιά μου και τρέμω.
Δεν μπορώ ν’ αντέξω άλλο αυτόν τον πόνο, πώς κατάντησα σκέφτομαι και δακρύζω.
Είμαι κρυμμένος μέσα στο χαράκωμα  του μικρού σκοτεινού και υγρού δωματίου(δεν ήρθες ποτέ χαρά να με δεις, τι κι αν περίμενα χρόνια).
Κι εσύ ζωή παράκουσες τις εντολές κι ήρθες να θάψεις το μυαλό μου σαν άλλη Αντιγόνη.

«Ἡ λεῦκα» Ἰωάννης Πολέμης

Τή  θυμᾶσαι τή λεῦκα μας; Παιγνιδιάρα στήν αὔρα
φιλικά μᾶς προστάτευεν ἀπ᾿ τοῦ ἥλιου τή λαύρα,
καί μέ χάρη σαλεύοντας τή ψηλή κορυφή της
ἐψιθύριζε πρόσχαρη τή χαρά τήν κρυφή της
καί σκορποῦσε τό γέλιο της στούς φραγμούς καί στ᾿ ἀμπέλια.
Γιατί τότ᾿ ἀποκρίνονταν στά δικά σου τά γέλια.
Χθές ἐπέρασα μόνος μου -τί δέ κάνουν τά χρόνια!-
βασιλεύει τριγύρω της ἐρημιά, καταφρόνια!
Κι ἡ θεόρατη λεῦκα μας, πού τόν πόνο μου ξέρει,
μέ μιά θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ᾿ ἀγέρι
καί σκορπᾷ τό παράπονο μές στοῦ ἥλιου τό κάμα…
Γιατί τώρ᾿ ἀποκρίνεται στό δικό μου τό κλάμα.
Από την ποιητική συλλογή «Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποίησης»
υπό  Ιωάννου Πολέμη Εκδόσεις «Δαμιανός – Δωδώνη» σελ 258

«Το παλιό βιολί» Ιωάννης Πολέμης

Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη.
Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
για να δει περήφανο τι πουλί ειν’ αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.
Ως κι ο γκιώνης τ’ άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ’ απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.
Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι;
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.
Ειμ` εγώ τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.
Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.
Από την ποιητική συλλογή «Το παλιό βιολί» εκδόσεις «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ»  2011  σελ. 5

«Ερωτικό» Ναπολέων Λαπαθιώτης

Αποτέλεσμα εικόνας για ναπολέων λαπαθιώτης

Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης 
Καημός αλήθεια να περνώ, του έρωτα πάλι το στενό
Ωσπου να πέσει η σκοτεινιά μια μέρα του θανάτου.
Στενό βαθύ και θλιβερό που θα θυμάμαι για καιρό
Τι μου στοιχίζει στην καρδιά το ξαναπέρασμα του.
Ας είν’ ωστόσο, τι ωφελεί γυρεύω πάντα το φιλί
Στερνό φιλί, πρώτο φιλί και με λαχτάρα πόση.
Γυρεύω πάντα το φιλί αχ, καρδιά μου, που μου το ‘τάξανε πολλοί
Κι όμως δε μπόρεσε κανείς, ποτέ να μου το δώσει.
Ίσως μια μέρα όταν χαθώ γυρνώντας πάλι στο βυθό
Και με τη νύχτα μυστικά γίνουμε πάλι ταίρι
Αυτό το ανεύρετο φιλί που το λαχτάρησα πολύ
Σαν μια παλιά της οφειλή να μου το ξαναφέρει.

«Νικος Ζαρντινιδης, Ο αρχοντας της οδου Χαιρωνειας»

«Νικος Ζαρντινιδης, Ο αρχοντας της οδου Χαιρωνειας» Φαίδων Γιαγκιόζης

… Όλοι όσοι γνώριζαν τον Νίκο Ζαρντινίδη, μιλούν για έναν άρχοντα. Περνούσε ώρες ατελείωτες στο γραφείο του στην οδό Χαιρωνείας για να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο που αναλάμβανε. Εκεί, πίσω από τα γιασεμιά και τις βουκαμβίλιες που κοσμούσαν τον τεράστιο κήπο του, υπέγραψε ως υπουργός Δημοσίων Έργων, μερικά από τα σημαντικά έργα, που άλλαξαν κυριολεκτικά την εικόνα της χώρας.
«Νικος Ζαρντινιδης, Ο αρχοντας της οδου Χαιρωνειας» Φαίδων Γιαγκιόζης Εκδόσεις: Μέθεξις

«Ίσως να το έχεις ζήσει»

«Ίσως να το έχεις ζήσει» της Κυριακής  Κουτσουρίδου

Τα διηγήματα της Κυριακής Κουτσουρίδου θέτουν ερωτήματα, αλλά κυρίως προβληματίζουν τον αναγνώστη για το νόημα της ζωής και των αναπαραστάσεών της, οδηγώντας τον μέσα από αισιόδοξους χρωματισμούς στις πολυπόθητες απαντήσεις.
Κυριακής  Κουτσουρίδου  «Ίσως να το έχεις ζήσει» εκδόσεις «Φυλάτος»

«Σε παλιό συμφοιτητή»Κ. Καρυωτάκης

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.
Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.
Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.
Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.
Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.
Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, Ερμής, Αθήνα, 2004

«Μια συνάντηση μετά από χρόνια» Γιάννης Μύρτσης

Κι έτσι γίναμε ξένοι.
Τελείως ξαφνικά, ένα όμορφο απόγευμα που δεν μας
έδωσε κανένα σημάδι.
Έναν λόγο εγώ, έναν λόγο εσύ, κι ύστερα σιωπή μεταξύ μας.
Όταν ο ήλιος χάθηκε τα μάτια σου δεν ήταν ίδια, ούτε και τα δικά μου
ήταν πια εκείνα που ’χες γνωρίσει τότε.
Τι ήταν αυτό που μας χώρισε ποτέ δεν θα το μάθουμε ή κι αν,
ποτέ δεν θα το πούμε.
Ώρες κουβεντιάσαμε, τίποτα δεν καταφέραμε.
Έμεινε το ρολόι να χτυπάει σε τόνο νεκρό, έμεινε κι ο πόνος μου
σε κάθε χτύπο της καρδιάς μου.
Τώρα γλυκιά ανάμνηση είσαι στο μυαλό μου, σαν παιδικό χαμόγελο.
Πόσα σου πήρα εκείνο τ’ απόγευμα.
Στο δρόμο βρεθήκαμε χρόνια μετά.
Τίποτα δεν θύμιζε τον έρωτά μας.
Ξένοι πια, τρόμαξα να σε γνωρίσω.
Ούτε ένα σημάδι τόσο δα μικρό δεν έμεινε στο κορμί σου από μένα.
Ο ήλιος έγειρε το πρόσωπό του και χαθήκαμε.
Αρέσει σε %d bloggers: