«Ταμείο»Γιάννης Μύρτσης

Ατμόσφαιρα πένθους στα βήματα της ζωής μου
κι ο λογαριασμός  των  ημερών μου,  βρίσκει το ταμείο
σπαρακτικά αρνητικό.
Το σακούλι των αναμνήσεων, μόνο σκοτεινά ντοκουμέντα κρατά
κι ‘μέρα συννεφιασμένη από το πρωί.
Σταμάτα να μονολογείς καλημέρα, νύχτωσε πια!

«Τα μεγάλα ταξίδια μας»

Τα μεγάλα ταξίδια μας η ζωή περιμένει
τα μεγάλα ταξίδια μας που είναι πάντα μπροστά
που γεννιούνται στη σκέψη μας μια στιγμή πικραμένη
και οδηγούνε τα όνειρα σ’ άλλους κόσμους μακριά.
Στα μεγάλα ταξίδια ξεκινάς τη ζωή σου
στα ποτάμια στις θάλασσες στα γαλάζια νερά
σημαδεύουν τις μέρες σου και κεντούν το κορμί σου
μ’ αναμνήσεις με όνειρα με κλεμμένα φιλιά.
Τα μεγάλα ταξίδια μας είναι αυτά που μαγεύουν
σ’ άγνωστους ξένους τόπους με ανθρώπους τρελούς
για να ζήσουν το όνειρο δειλινά περιμένουν
σε λιμάνια σε θάλασσες σε χαμένους σταθμούς.
Τα μεγάλα ταξίδια μας είναι η ίδια η ζωή μας
ξεκινoύν  ένα χάραμα μ’ ένα βήμα δειλό
και μπορεί το απόγευμα να πετάει η ψυχή μας
σε φεγγάρια και όνειρα που δεν βρίσκεις εδώ.

«Στη Στάση Του Λεωφορείου» Γιάννης Μύρτσης

Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα εδώ και ώρες.
Εγώ κι εκείνη ήμασταν στριμωγμένοι κάτω από ένα σπασμένο σκέπαστρο, στη στάση της αστικής συγκοινωνίας, για να προφυλαχθούμε.
Τ’ αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά από μπροστά μας κι άφηναν στο πέρασμά τους ένα σύννεφο ομίχλης.
Στάλες νερού πετάγονταν στα πρόσωπά μας και τα μαλλιά μας, όπως και τα ρούχα μας ήταν μούσκεμα.
Την ομπρέλα μου την είχα κλείσει, γιατί έτσι όπως ήμουν  στη γωνιά με την κοπέλα “κολλημένη” πάνω μου, δεν ήταν δυνατό να την ελέγχω με τον δυνατό αέρα που φυσούσε και φοβόμουν μη τη χτυπήσω.
Στιγμές, έβγαζα το κεφάλι μου έξω από το σκέπαστρο για να δω αν έρχονταν το αναθεματισμένο λεωφορείο, που λες και το έκανε επίτηδες, σήμερα είχε καθυστερήσει  περισσότερο από τις άλλες μέρες.
Κάθε φορά που έκανα την κίνηση για να κοιτάξω στο δρόμο, έγερνα πάνω της.  Ένοιωθα τη ζεστασιά του κορμιού της και εισέπνεα τ’ άρωμά της.
Ήταν η άνοιξη μέσα στο γκρίζο τοπίο κι εγώ ο τυχερός  την είχα δίπλα μου.
Κάποια φορά, έγειρα επάνω της παραπάνω από όσο έπρεπε κι εκείνη γύρισε απότομα το κεφάλι της προς το μέρος μου, περισσότερο έκπληκτη, παρά ενοχλημένη.
Της χαμογέλασα αμήχανα σηκώνοντας ελαφρά τους ώμους μου, σαν να της ζητούσα συγνώμη, κι εκείνη μού ανταπέδωσε το χαμόγελο τυλίγοντας ταυτόχρονα με τα χέρια της το σώμα της, για να ζεσταθεί.
«Μην ανησυχείς» μου είπε μετά από λίγες στιγμές και πέρασε το χέρι της ανάμεσα από τα βρεγμένα της μαλλιά.
«Πάγωσα» συμπλήρωσε χαλαρά κοιτώντας με στα μάτια.
«Εγκλωβισμένοι στο πουθενά» της απάντησα σηκώνοντας τα χέρια μου προς τον ουρανό σαν ένδειξη απελπισίας.
Μου χαμογέλασε πάλι και γύρισε το κεφάλι της προς το δρόμο.
Λίγο αργότερα ένα αυτοκίνητο πέρασε από μπροστά μας και οι ρόδες του πέταξαν με δύναμη επάνω μας, το νερό που λίμναζε σε κάποια κακοτεχνία του δρόμου. Εκείνη, έκανε μηχανικά ένα βήμα προς τα πίσω για να αποφύγει την ψυχρολουσία κι έχασε την ισορροπία της. Πρόλαβα, την έπιασα και την τράβηξα επάνω μου.
Το πρόσωπό της βρέθηκε τόσο κοντά στο δικό μου, που μπορούσα να νιώσω την ανάσα της. Την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια και ρούφηξα αχόρταγα τη μυρωδιά του κορμιού της.
Στη συνέχεια, τα δάχτυλά του χεριού μου πέρασαν μέσα στα δικά της και την ώθησα μαλακά πίσω για να ξαναβρεί την ισορροπία της.
Τα μάτια της ήταν “καρφωμένα” μέσα στα δικά μου, όταν άκουσα τα φρένα του λεωφορείου να στριγκλίζουν δαιμονισμένα.
Σταμάτησε μπροστά μας κουρασμένο, λες κι είχε φορτωμένο πάνω του τον χειμώνα.
Εκείνη έκανε δύο βήματα μπροστά και σταμάτησε.
Μετά γύρισε και με κοίταξε σαν να μου έκανε νόημα με τα μάτια να την ακολουθήσω.
«Δεν είναι το δικό μου» της είπα απολογούμενος.
«Κρίμα» μου απάντησε μειδιάζοντας.
Πέρασε το χέρι της από το πρόσωπό μου χαϊδεύοντας το απαλά και ανέβηκε στο λεωφορείο.
Εκείνο ξεκίνησε και την είδα να μου χαμογελάει πίσω από το τζάμι.
Κράτησα το βλέμμα μου καρφωμένο πάνω της ώσπου χάθηκε στο βάθος του δρόμου.
Συνέχιζε να βρέχει και το κρύο τώρα σαν να το ένοιωθα πιο δυνατό στο κορμί μου.
Κοίταξα για μια ακόμη φορά στο βάθος του δρόμου μα λεωφορείο μου  δεν φαίνονταν πουθενά.

«Ελπίδα» Γιάννης Μύρτσης

Έτσι ξεκίνησα τότε.
Μ’ ένα παλιό σκαρί που ‘χε σπασμένο το κατάρτι και σκισμένο το πανί. Ένα σκαρί δίχως όνομα και χωρίς γλάρους στο πέρασμά του. Ναι, μα την ελπίδα είχα μέσα μου οδηγό και τα όνειρά μου ήταν ο ούριος άνεμος, που πίστευα πως θα μ’ οδηγούσαν στην ευτυχία.
Κι ήταν πολλά εκείνα που ζητούσα.
Παρέα ήθελα κι ένα σκυλί στο πλάι μου κούρνιασε. Δίψα ένιωθα που μ’ οδηγούσε  σε όλες τις πηγές του κόσμου για να ξεδιψάσω.
Μια αλυσίδα δυσκόλευε το βήμα μου κι έπρεπε ν’ ανέβω ψηλά, στις κορυφές του Ολύμπου, κι από εκεί να πέσω στο κενό για τη σπάσω.
Κι ήταν απόγευμα τότε, μα εγώ δεν κρατιόμουν να ’ρθει το πρωινό για να το ζήσω.
Νύχτα έφυγα μέσα στα σοκάκια κι ήμουν δυνατός, έτσι πίστευα.  Χάθηκα μέσα στην ομίχλη, την κρύα καρδιά και τα παράξενα φώτα της ζωής. Κι εσύ δεν ήσουν πουθενά, όλους τους δρόμους έψαξα.
Και βρήκα ανθρώπους γύρω μου πολλούς.
Άλλους χαμένους στη νιότη τους, άλλους σκυφτούς στα γηρατειά τους, άλλους φοβισμένους να κάνουν ένα βήμα, κι άλλους σε μια βραδιά να έχουν διανύσει όλη την απόσταση της ζωής τους.
Όλοι τους είχαν χαμηλά το κεφάλι, δεν ήθελαν κουβέντα, είχαν τον φόβο βαθιά μέσα στην ψυχή τους.
Μετά έφτασα σε πολιτείες ξένες.
Βρήκα τα δέντρα στη σειρά να τα ’χουν, να θάβουν τα σκουπίδια τους, να είναι το νερό τους βρόμικο και η μέρα τους θολή.
Θόρυβος οξύς χτυπούσε τ’ αυτιά μου συνέχεια. Δεν άντεξα και πήρα τον δρόμο μου ξανά, για χρόνια να αναζητώ τα πάθη μου.
Μετά το ταξίδι κοίταξα πίσω μου να δω τι κατάφερα. Να μετρήσω τους φίλους και τους εχθρούς μου.
Σταμάτησα να δω αν το σκαρί μου πέρασε τις συμπληγάδες, αν χάραξα τ’ όνομά μου σ’ ένα πεύκο, αν είπα έστω κι ένα σ’ αγαπώ.
Κάθισα στη πέτρα μου. Τα συλλογίστηκα όλα.
Πώς τόλμησα τούτο το ταξίδι ούτε κι εγώ δεν ξέρω. Τι μέτρησα, τι είδα, ποιος ήταν εκεί και μου ’δινε δύναμη, μήτε που το ένιωσα.
Όλα τα κατάλαβα σαν μπήκα στο λιμάνι με το κατάρτι σπασμένο και σκισμένο το πανί.
Τότε κατάλαβα πως ότι κι αν βρεις σε νέους κόσμους  δεν έχει καμία αξία αν το ταξίδι το κάνεις μόνος σου. Αν δεν έχεις κάποιον δίπλα σου να σου κρατάει το χέρι και να σου θυμίζει την πορεία σου.
Μόνο τα νιάτα δεν φτάνουν.

«Ένα γράμμα παραμονή πρωτοχρονιάς» Γιάννης Μύρτσης

Καλέ μου φίλε ξεχασμένε, σύντροφε της νιότης μου, εσένα που σ’ άφησα σε μια γωνιά της καρδιάς μου και σε λησμόνησα.
Σήμερα που ανεβαίνω ένα ακόμη σκαλί στην ανηφόρα της ζωής μου σε θυμήθηκα.
Δεν ξέρω πια, μετά από τόσα χρόνια αν υπάρχω ακόμη μέσα σου, μα νιώθω μόνος ξαφνικά χωρίς την παρέα σου, το γέλιο σου, τις συμβουλές σου.
Σήμερα, παραμονή πρωτοχρονιάς ήρθες στο μυαλό μου και με ξύπνησες χαράματα. Τόσο μακριά με πήγες και δάκρυσα.
Δίνω υπόσχεση πως θα σε ψάξω, πως θα σε βρω να σ’ αγκαλιάσω.
Μπορεί να μη το κάνω αύριο, μπορεί τελικά να μη το κάνω ποτέ.
Μπορώ όμως να χαμογελάω κοιτώντας τη φωτογραφία σου και να σου πω μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου, ευχαριστώ που ήσουν στη ζωή μου.
Χρόνια σου πολλά φίλε μου.

«Κορμιά στο χρόνο» Γιάννης Μύρτσης

Κορμιά που τα χτύπησε αλύπητα ο χρόνος σαν το σκαρί στο κύμα, κουρασμένα στέκουν τώρα.
Όχι, δεν σας χαρίστηκε ο χρόνος, στην ομορφιά και τη λάμψη των νιάτων σας δεν μερολήπτησε, δίκαιος στάθηκε απέναντί σας.
Πάγωσε το βλέμμα που κοιτούσε αχόρταγα, έφυγε η εικόνα που προκαλούσε ρίγος και πόθο ανείπωτο.
Νεκρό και το πάθος εκείνο, που μόνο βαθιά στη ψυχή τολμούσε να ζητήσει την ηδονή, κι ελεύθερα να περιπλανηθεί σε σκέψεις λάγνες, χωρίς λογοδοσία και δικαστήρια.
Δεν σας λυπήθηκε ο χρόνος δυστυχώς.
Οι ώρες, οι μέρες, σταλιά, σταλιά λεηλάτησαν την ομορφιά σας και μια ανατριχίλα σκεπάζει εκείνες τις μακρινές στιγμές.
Κορμιά παλιάς λάμψης, παλιάς δόξας, αραγμένα σε όμορφες σκέψεις μέσα στις αγκαλιές του παρελθόντος.
Θρήνος έγινε το τραγούδι, το κάλεσμα του έρωτα και η μαγική βραδιά της προσμονής.
Δεν αντέχω να σας κοιτώ στις παλιές φωτογραφίες, ούτε τα παροπλισμένα όμορφα βράδια μπορώ.
Τα γλέντια του έρωτα, τότε στις μακρινές εμπειρίες της νιότης σας  χάθηκαν στο χρόνο, χωρίς την ελπίδα επιστροφής.

«Τα Χριστούγεννά μου»

Χριστούγεννα και μ’ ένα ποτήρι μπράντι στο χέρι περιμένω.
Καθισμένος στο σαλόνι κοιτάω το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εγώ και η μοναξιά μου.
Φορώ τα καλά μου. Την κόκκινη γραβάτα που μου χάρισες κι εκείνα τα παπούτσια που μόνο τα Χριστούγεννα φορώ.
Τα φωτάκια στο δέντρο αναβοσβήνουν και μου δίνουν την αίσθηση πως έχω παρέα.
Τα γλυκά στο τραπέζι, τα πιάτα, τα ποτήρια, το φαγητό. Όλα είναι έτοιμα. Μόνο εσύ λείπεις.
Σε βλέπω και δακρύζω . Σε περιμένω! Ξέρω, μη μου πεις, γνωρίζω την αλήθεια.
Σαν χάθηκες, τα χρώματα της γης χαθήκανε μαζί σου κι όλα αυτά που κάνω τώρα, τα κάνω μόνο γιατί το ήθελες εσύ.
Κοιτάω ακόμη το στολισμένο δέντρο ώρες μετά. Δεν χτύπησε το κουδούνι, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν θα ’ρθει.  Ξέρουν πως τα Χριστούγεννα τα ζω μόνο για σένα. Εσένα που έφυγες νωρίς.
Πώς να κοιμηθώ το βράδυ; Πώς να φάω, πες μου από πού να κρατηθώ; Θυμάμαι τα Χριστούγεννα  μαζί σου.
Ποιες προσμονές, ποια όνειρα και ποια ελπίδα τώρα να ζητάω; Κοιτώ το χαμόγελό σου σε μια φωτογραφία.
Πόσα χαμόγελα μού στέρησες, πόση αγάπη μού πήρες, μα πόση ζωή μού έδωσες!
Σαν να ’ναι χιόνι αυτό που πέφτει από την παγωμένη μου καρδιά στα χαλιά, στο σαλόνι, στο σπίτι.
Δάκρυα έρχονται στα μάτια μου και μια βαθιά ανάσα γεμίζει το κενό μου.
Σηκώνω το ποτήρι και  ξεσπώ σε κλάματα.
Καλά Χριστούγεννα αγάπη μου.

«Γκόνου Δογιάμα & Κονδύλη» Γιάννης Μύρτσης

Καπετάν Γκόνου Δογιάμα  και Κονδύλη
το στενό που μεγαλώσαμε οι φίλοι
σε κωμόπολη κρυμμένη σε μιαν άκρη
που καλά, καλά δεν βρίσκεται στο χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στην πλατεία
στα νερά μέσα στην κρήνη στη γωνία
τα ποδήλατα τα βράδια σε μιαν άκρη
των ονείρων μας σαν φτιάχναμε το χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στο στενό
μπάλα παίζαμε, κρυφτό, κυνηγητό
σ’ ένα δρόμο απ’ το σπίτι ως το σχολείο
κι έτσι πέρασαν τα χρόνια σαν αστείο.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα τώρα στέκει
μια ανάμνηση που ο κόσμος δεν τη βλέπει
είναι άδειο το στενό, τη γειτονιά μου
δυστυχώς δεν θα γνωρίσουν τα παιδιά μου.

«Στην Παναγία Μαυριώτισσα» Γιάννης Μύρτσης

Στην Παναγία την Μαυριώτισσα, δίπλα στο ήχο του κύματος  περιμένω.
Το αγέρι ψυχρό, χειμωνιάτικο και τα φύλλα των πλατάνων αφημένα στο χώμα νεκρά.
Κάποιοι γλάροι γελούν στο πέρασμα τους, πετούν μπροστά μου και ζητιανεύουν τη μπουκιά. Τους κοιτάω ανήμπορος να  χάνονται στον ουρανό.
Μπροστά μας,  πρόσχαρη η Παναγιά περιμένει να μας δώσει την ευχή της και δίπλα της  ο μοναχός  χτυπάει τα  ξύλα, τα σκίζει στη μέση, προσπαθώντας να ζεστάνει τις κρύες ψυχές μας.
Στον κυματισμό του ορίζοντα σβήνει το βλέμμα  που κοιτά αχόρταγα τη σάρκα και κάνει την καρδιά να στενάζει.
Σκέψεις με παίρνουν μακριά.  Προσπαθούν να ζεστάνουν τα παγωμένα μου χέρια, τη σκληρή μου καρδιά.
Έσφιξα το σακάκι στο κορμί μου  και τι τυχερός Θεέ μου, μια ακτίδα του ήλιου πέρασε μέσα από τα σύννεφα και με ζέστανε.
Σε λίγο θα  βραδιάσει και θα χαθούν οι εικόνες γύρω μου. Θα μείνει μόνο ο ήχος από τα πουλιά της λίμνης, ο ήχος του κρύου αέρα και της παγωμένης μου ανάσας.
Άγια τα χώματα ετούτα που πάτησα.
Ευλογημένος νιώθω, Παναγιά μου γλυκιά μου μητέρα.

«Η Αντιγόνη που δεν γνώρισα» Γιάννης Μύρτσης

Το κύμα τις σκέψεις τραβούσε στην άκρη.
Κενό το μυαλό μου κι εσύ ζωή μου κενή.
Ψυχρός ο αέρας πάγωσε τα όνειρα και σαν τέλειωσαν τα παραμύθια η χαρά μου στάθηκε στην άκρη.
Βάλσαμο ήταν ο θάνατος, ναι ήταν, αν μαζί του το σκοπό της ζωής τραγουδούσες.
Καημένα μου χρόνια, τον ήλιο ξοδέψατε σε θάλασσες ρηχές χωρίς κοχύλια.
Φοβάμαι να μιλήσω, μαζεμένος στέκω στη γωνιά μου και τρέμω.
Δεν μπορώ ν’ αντέξω άλλο αυτόν τον πόνο, πώς κατάντησα σκέφτομαι και δακρύζω.
Είμαι κρυμμένος μέσα στο χαράκωμα  του μικρού σκοτεινού και υγρού δωματίου(δεν ήρθες ποτέ χαρά να με δεις, τι κι αν περίμενα χρόνια).
Κι εσύ ζωή παράκουσες τις εντολές κι ήρθες να θάψεις το μυαλό μου σαν άλλη Αντιγόνη.
Αρέσει σε %d bloggers: