«Γουμένισσα» Γιάννης Μύρτσης

Γέμισε ο τόπος μυρωδιά καμένου ξύλου
γέμισε φύλλα κυδωνιάς ο ουρανός
που κατεβαίνουνε στη γη σαν τους αγγέλους
κείνη τη νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός.
Γέμισε ομίχλη και σκεπάζει τα σοκάκια
στα κεραμίδια το νερό σταλαγματιές
κι ένας αγέρας σαν βιολί παίζει τους ήχους
στις παγωμένες και τις γκρίζες γειτονιές.
Γέμισε ο τόπος αφιλόξενο σταχτί
γέμισε ο τόπος απ’ το γαύγισμα ενός σκύλου
χιλιάδες όνειρα την άνοιξη προσμένουν
γέμισε ο τόπος μυρωδιά καμένου ξύλου.

«Τοπίο» Μήτσος Παπανικολάου

Ο ποιητής Μήτσος Παπανικολάου
Ο ποιητής Μήτσος Παπανικολάου.
Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει
βρέχει στις ελιές τις γκρίζες –
το νερό σας ρίγος τρέχει
από τα κλαδιά στις ρίζες.

Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα
σκοτεινά κάτω κι απάνω
ξεχωρίζουν μες στη μπόρα
τα τσαντίρια των τσιγγάνων.
Απ’ την άσφαλτο τα κάρα
κατεβαίνουν, κατεβαίνουν…
Λάμπουν μερικά τσιγάρα
στα παράθυρα του τρένου…
Ένα σκιάχτρο απελπισμένο,
στη νεροποντή, στο κρύο
άδικα γνέφει στο τρένο
κι εμψυχώνει το τοπίο.
Ανυπόφορη είναι η θλίψη
των αγρών αυτό το μήνα!
Η βροχή μας έχει κρύψει
απ’ το φόντο την Αθήνα…
Και το βράδυ κατεβαίνει
μες στη νέκρα, μες στη γύμνια…
που ‘ναι οι βάτραχοι κρυμμένοι;
Γιατί σώπασαν τ’ αγρίμια;
Μες στον κάμπο τώρα μόνα
τα βαριά περνούνε τρένα,
λες και φέρνουν το χειμώνα
και τη νύχτα από τα ξένα.

 

Από την ποιητική συλλογή «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» εκδόσεις «ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ»

 

Αρέσει σε %d bloggers: