Η ύπαρξή μας ζυμωμένη με αυταπάτες, διαφημιστικά φυλλάδια κενόδοξα, με ψέμα. Μια πρέζα αλήθειας μοναχά για τα δύσκολα, για εκείνα που πιστεύαμε πως δε θα ’ρθουνε για εμάς.
Μας έταξε η ζωή πως θα ζήσουμε τ’ όνειρο και κατέληξε εφιάλτης, καθώς δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τα ζύγια της σωστά.
Άκομψες, ανούσιες και άθλιες οι πράξεις μας – προς τον εαυτό μας – και όσες στιγμές θα άξιζε να τις ζήσουμε με πάθος, τις δώσαμε ενέχυρο για τριάντα αργύρια (τόσο αξιολογήσαμε την ψυχή μας).
Σκυφτοί και πληγωμένοι είμαστε στο διάβα της, αναζητώντας το τέλος του έντιμου αυτόχειρα στη στερνή ανηφόρα της μοναξιάς μας.
Επιτέλους λέμε σαν νιώθουμε το θάνατο κοντά μας, σαν μας ακουμπά η ανάσα του και σβήνουν τα φανάρια της ελπίδας ένα, ένα. Καμιά φορά κλαίμε από χαρά για το μαρτύριο που τελειώνει.
Βλέπουμε πίσω μας, αυτά που χάσαμε, που δε προλάβαμε να ζήσουμε ελπίζοντας πως κάποιος άλλος θα μπορέσει να τα ζήσει. Άδικος κόπος! Πριν γεννηθούμε αιχμάλωτοι είμαστε σ’ έναν κόσμο υλικών ματαιοτήτων, αποταμιεύοντας με μανία ένα νόμισμα που δεν έχει κανένα αντίκρισμα, παρά μόνο ως οβολός στου Χάροντα τη βάρκα.
Ο έρημος τάφος ότι καταφέραμε.
«Σπασμένα όνειρα» Γιάννης Μύρτσης
Χαμογελώντας σαρδόνια χτυπάς το πόδι σου με δύναμη στο χώμα.
Ανυπάκουα όνειρα και σβησμένες ψυχές στο διάβα σου.
Όλα τα τσαλαπάτησες για ένα ταξίδι που τελικά δεν έκανες..
Ξαφνικά θυμήθηκες κείνο το παραμύθι με τον πρίγκιπα, μα ο βάτραχος ακόμα κοάζει στους βάλτους της ζωής σου τρυπώντας σου τ’ αυτιά. Αδιάλειπτα, ανυπόφορα, κακόηχα.
Αδικημένη η παρόρμηση της νιότης σου. Μια βάρκα ήταν χωρίς τιμόνι, χωρίς πυξίδα, ανεμοδαρμένη χωρίς έλεος στα παγωμένα κύματα της υποκρισίας σου.
Απόμεινες μονάχος, στον έρημο σταθμό χωρίς να νοσταλγείς τίποτα κι ούτε μια φωτογραφία του χθες δεν μπορείς να κοιτάξεις, δίχως να σε πληγώσει.
Νυχτερινός επισκέπτης η μορφή της χρόνια τώρα κι η απουσία της βάρος στο μακρινό σου ταξίδι, σαν αερικό που τυλίγει τη σκέψη σου χωρίς συμπόνια, οδηγώντας σε, σε μια θλίψη ακατανόητη.
Μάζεψες τα χρόνια σου σ’ ένα σακούλι, δεν ήθελες να τα ξοδέψεις σ’ ανόητα υποκατάστατα μιας ηδονής εφήμερης.
Διάλεξες να περιμένεις εκείνη που ποτέ δεν επέστρεψε κι έμεινες μόνος σ’ έναν κόσμο που ποτέ δεν στάθηκε πλάι σου, σ’ έναν κόσμο που σε κάθε σου στραβοπάτημα μειδίαζε ειρωνικά και που ποτέ κανείς δεν άπλωσε το χέρι του να σε κρατήσει.
