«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι, ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου. Η προσευχή της Κυριακής είναι, η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας. Το χαμόγελο της Κυριακής είναι, τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Πρωινός ήλιος»».

Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν μαραμένα. Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της. Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους. Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο. Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή τού χειμώνα κι ένα πλήθος στιγμών χάνονται στοΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ωδή θανάτου».

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα. Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του. Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για τοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Στο νεκρό χρόνο της ζωής»».

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε. Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί. Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού. Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ένας δρόμος στην εξοχή»».

«Απέθαντος έρωτας»

«Απέθαντος Έρωτας » της  Άντρια Νικολάου «Η ποιητική συλλογή «Απέθαντος Έρωτας» είναι ένας ύμνος προς την κάθαρση, στον δρόμο της αιωνιότητας μέσω ενός απέθαντου έρωτα που φέρνει το στίγμα της πιο ισχυρής μορφής αγάπης που εξιλεώνει, εξαγνίζει και εντέλει ανυψώνει τις ψυχές προς την ουράνιά τους διάσταση. Είναι μια σειρά από συναισθήματα αραδιασμένα σε ποιητικές εικόνεςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Απέθαντος έρωτας»».

«Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»

Μια προσευχή για εκείνους που έμειναν μόνοι στο ταξίδι της ζωής, που έχασαν το τραίνο της αγάπης και ρίζωσαν σε λίγα μέτρα γης σ’ άγονο τόπο, κρύο και διψασμένο. Ένα άγγιγμα, κάτι σαν χάδι, στα παγωμένα τους χέρια που δεν ζεστάθηκαν ποτέ κι άλλη καρδιά δεν χτύπησε για εκείνους, που μάτια δεν τους θώρησαν γλυκά,Συνεχίστε να διαβάζετε ««Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»».

«Επιβάτες Του Χρόνου»

Είναι ώρα, κουρασμένος πια απ’ το ταξίδι του χρόνου, ν’ ακουμπήσω τις αποσκευές μου στο βρεγμένο χώμα, στο γεμάτο νεκρές μνήμες και ταξίδια που δεν ξεκίνησαν ποτέ. Πέτρινα βήματα, χαραγμένο το διάβα μου, ανάμεσα στο ουρλιαχτό τού λύκου και στο νιαούρισμα τής γάτας. Ματαιοπονώ και το ξέρω. Ξεθωριασμένες φωτογραφίες, πεταμένες  άτακτα στα συρτάρια σκιαγραφούν τηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Επιβάτες Του Χρόνου»».

«Μέρα Χριστουγέννων»

Με  άδεια χέρια έρχομαι. Δεν έχω δώρα που να μπαίνουν σε κουτιά, πολύχρωμες κορδέλες, φωτάκια, παραμύθια. Ευχές σου φέρνω μόνο, φτιαγμένες απ’ τους χτύπους της καρδιάς μου και τα όνειρα που έκανα τότε, κάτω από το στολισμένο δέντρο. Αναστενάζω και κοιτώ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στα γκρίζα σύννεφα, που είναι σκληρά σαν το χρόνο, αγκαλιάΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Μέρα Χριστουγέννων»».

«Καλό Ταξίδι Μάνα»

Σίγησε η φωνή σου εκείνο το ξημέρωμα. Σταμάτησε η ανάσα σου  ήρεμα, σχεδόν χαμογελαστή  έφυγες από κοντά μας κι  η ψυχή σου απλώθηκε στα μονοπάτια και στις γειτονιές  τ’ ουρανού. Άδεια η κάμαρα που χρόνια ζέσταινε τον ερχομό και την άνοιξη.  Τους τοίχους της νότισαν στάλα, στάλα   η προσμονή, τα δάκρυα του αποχαιρετισμού, ο ερχομόςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Καλό Ταξίδι Μάνα»».

«Μνήμες Πατρίδα μου»

Μη κοιτάς τόσο πίσω γιατί με πληγώνει παραμένει ο πόθος στην καρδιά ζωντανός ιστορία και θρύλος πάνω σ’ ένα μπαλκόνι μια σημαία μονάχη κι ένας γκρίζος ιστός. Πώς θα πω στα παιδιά μου ποιος είμαι τι νιώθω μαραζώνω τα βράδια σαν στέκομαι εκεί το μυαλό φτερουγίζει στην Πόλη στη Σμύρνη πληγωμένη Ελλάδα και μνήμη πικρή.Συνεχίστε να διαβάζετε ««Μνήμες Πατρίδα μου»».