«Ρουσφέτι» Κωνσταντίνος Λάμπρου

Σ’ έναν βωμό περίεργο οι πατέρεςοδηγούνε τα ενήλικα παιδιά τους.Θαρρείς τρανώνουνε ξανά την εξουσία πάνω τους,την πρώτη αφεντιά τους.Με αντάλλαγμα δουλειά κι όχι εργασίατη νιότη βιάζουνε, να πνίξει ιδανικά…Γενιά απολέμιστη, που παραδόθηκε αμαχητίστο δόλωμα του μαμωνά!Το σφάλμα το δικό της προσπαθείθαρρείς να μετριάσει,στο ίδιο σφάλμα ρίχνονταςτα άβουλα παιδιά της.Τούτη η χώρα δεν ποθεί πολίτες τέτοιουςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ρουσφέτι» Κωνσταντίνος Λάμπρου».

«Ελέησον με…»

Καρδιά μου δάκρυσε, νιώσε τον πόνο, ζήτα στη θλίψη το μακρύ ταξίδι της γαλήνης. Ταλαιπωρημένη η ψυχή, χρόνια φυλακισμένη σε ένα άθλιο σώμα δε βλέπει ήλιο, δε νιώθει κανένα χάδι, δεν ελπίζει σε τίποτα. Ο πεντηκοστός κυλάει μέσα στο μυαλό συνέχεια, δυνατά αδιάληπτα. …τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω… Ξαφνικά βρίσκομαι σε μονοπάτια δύσβατα, καθαρά, τόσοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ελέησον με…»».

«Ένα βλέμμα κάποτε»

Κι ήταν εκείνα τα μάτια που γεμάτα δάκρυα και πόνο κοιτούσαν τη ζωή που έφευγε. Αποχαιρετούσαν το σώμα που επέστρεφε εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην. Εκείνα τα μάτια που κάποτε γελούσαν ανέμελα, και κοίταξαν λάγνα τα απόκρυφα της ζωής. Αυτό το βλέμμα, το στραμμένο στο κενό, το γεμάτο δάκρυα δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

«Ταξίδι Στους Δελφούς»

Σταματήσαμε μετά από ταξίδι μεγάλο, στη σκιά των χρησμών. Όμορφο  Αυγουστιάτικο απόγευμα, δροσερό, ποθητό σαν τη σάρκα σου. Οι κολόνες γύρω μας, η ανάσα πυκνή,  η μικρή πλατεία κι  εσύ. Τα μάτια τρέχουν, καταγράφουν,   προσπαθούν να μπουν μέσα σου, να μαντέψουν, να χορτάσουν. Τυχαία επαφή με το σώμα σου. Η αφηρημένη κίνηση ξυπνά τις αισθήσειςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ταξίδι Στους Δελφούς»».

«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι, ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου. Η προσευχή της Κυριακής είναι, η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας. Το χαμόγελο της Κυριακής είναι, τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Πρωινός ήλιος»».

Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν μαραμένα. Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της. Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους. Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο. Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή τού χειμώνα κι ένα πλήθος στιγμών χάνονται στοΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ωδή θανάτου».

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα. Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του. Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για τοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Στο νεκρό χρόνο της ζωής»».

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε. Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί. Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού. Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ένας δρόμος στην εξοχή»».

«Απέθαντος έρωτας»

«Απέθαντος Έρωτας » της  Άντρια Νικολάου «Η ποιητική συλλογή «Απέθαντος Έρωτας» είναι ένας ύμνος προς την κάθαρση, στον δρόμο της αιωνιότητας μέσω ενός απέθαντου έρωτα που φέρνει το στίγμα της πιο ισχυρής μορφής αγάπης που εξιλεώνει, εξαγνίζει και εντέλει ανυψώνει τις ψυχές προς την ουράνιά τους διάσταση. Είναι μια σειρά από συναισθήματα αραδιασμένα σε ποιητικές εικόνεςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Απέθαντος έρωτας»».

«Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»

Μια προσευχή για εκείνους που έμειναν μόνοι στο ταξίδι της ζωής, που έχασαν το τραίνο της αγάπης και ρίζωσαν σε λίγα μέτρα γης σ’ άγονο τόπο, κρύο και διψασμένο. Ένα άγγιγμα, κάτι σαν χάδι, στα παγωμένα τους χέρια που δεν ζεστάθηκαν ποτέ κι άλλη καρδιά δεν χτύπησε για εκείνους, που μάτια δεν τους θώρησαν γλυκά,Συνεχίστε να διαβάζετε ««Μια προσευχή για τις μοναχικές ανάσες»».