«Ταμείο»Γιάννης Μύρτσης

Ατμόσφαιρα πένθους στα βήματα της ζωής μου
κι ο λογαριασμός  των  ημερών μου,  βρίσκει το ταμείο
σπαρακτικά αρνητικό.
Το σακούλι των αναμνήσεων, μόνο σκοτεινά ντοκουμέντα κρατά
κι ‘μέρα συννεφιασμένη από το πρωί.
Σταμάτα να μονολογείς καλημέρα, νύχτωσε πια!

«Τα μεγάλα ταξίδια μας»

Τα μεγάλα ταξίδια μας η ζωή περιμένει
τα μεγάλα ταξίδια μας που είναι πάντα μπροστά
που γεννιούνται στη σκέψη μας μια στιγμή πικραμένη
και οδηγούνε τα όνειρα σ’ άλλους κόσμους μακριά.
Στα μεγάλα ταξίδια ξεκινάς τη ζωή σου
στα ποτάμια στις θάλασσες στα γαλάζια νερά
σημαδεύουν τις μέρες σου και κεντούν το κορμί σου
μ’ αναμνήσεις με όνειρα με κλεμμένα φιλιά.
Τα μεγάλα ταξίδια μας είναι αυτά που μαγεύουν
σ’ άγνωστους ξένους τόπους με ανθρώπους τρελούς
για να ζήσουν το όνειρο δειλινά περιμένουν
σε λιμάνια σε θάλασσες σε χαμένους σταθμούς.
Τα μεγάλα ταξίδια μας είναι η ίδια η ζωή μας
ξεκινoύν  ένα χάραμα μ’ ένα βήμα δειλό
και μπορεί το απόγευμα να πετάει η ψυχή μας
σε φεγγάρια και όνειρα που δεν βρίσκεις εδώ.

«Ελπίδα» Γιάννης Μύρτσης

Έτσι ξεκίνησα τότε.
Μ’ ένα παλιό σκαρί που ‘χε σπασμένο το κατάρτι και σκισμένο το πανί. Ένα σκαρί δίχως όνομα και χωρίς γλάρους στο πέρασμά του. Ναι, μα την ελπίδα είχα μέσα μου οδηγό και τα όνειρά μου ήταν ο ούριος άνεμος, που πίστευα πως θα μ’ οδηγούσαν στην ευτυχία.
Κι ήταν πολλά εκείνα που ζητούσα.
Παρέα ήθελα κι ένα σκυλί στο πλάι μου κούρνιασε. Δίψα ένιωθα που μ’ οδηγούσε  σε όλες τις πηγές του κόσμου για να ξεδιψάσω.
Μια αλυσίδα δυσκόλευε το βήμα μου κι έπρεπε ν’ ανέβω ψηλά, στις κορυφές του Ολύμπου, κι από εκεί να πέσω στο κενό για τη σπάσω.
Κι ήταν απόγευμα τότε, μα εγώ δεν κρατιόμουν να ’ρθει το πρωινό για να το ζήσω.
Νύχτα έφυγα μέσα στα σοκάκια κι ήμουν δυνατός, έτσι πίστευα.  Χάθηκα μέσα στην ομίχλη, την κρύα καρδιά και τα παράξενα φώτα της ζωής. Κι εσύ δεν ήσουν πουθενά, όλους τους δρόμους έψαξα.
Και βρήκα ανθρώπους γύρω μου πολλούς.
Άλλους χαμένους στη νιότη τους, άλλους σκυφτούς στα γηρατειά τους, άλλους φοβισμένους να κάνουν ένα βήμα, κι άλλους σε μια βραδιά να έχουν διανύσει όλη την απόσταση της ζωής τους.
Όλοι τους είχαν χαμηλά το κεφάλι, δεν ήθελαν κουβέντα, είχαν τον φόβο βαθιά μέσα στην ψυχή τους.
Μετά έφτασα σε πολιτείες ξένες.
Βρήκα τα δέντρα στη σειρά να τα ’χουν, να θάβουν τα σκουπίδια τους, να είναι το νερό τους βρόμικο και η μέρα τους θολή.
Θόρυβος οξύς χτυπούσε τ’ αυτιά μου συνέχεια. Δεν άντεξα και πήρα τον δρόμο μου ξανά, για χρόνια να αναζητώ τα πάθη μου.
Μετά το ταξίδι κοίταξα πίσω μου να δω τι κατάφερα. Να μετρήσω τους φίλους και τους εχθρούς μου.
Σταμάτησα να δω αν το σκαρί μου πέρασε τις συμπληγάδες, αν χάραξα τ’ όνομά μου σ’ ένα πεύκο, αν είπα έστω κι ένα σ’ αγαπώ.
Κάθισα στη πέτρα μου. Τα συλλογίστηκα όλα.
Πώς τόλμησα τούτο το ταξίδι ούτε κι εγώ δεν ξέρω. Τι μέτρησα, τι είδα, ποιος ήταν εκεί και μου ’δινε δύναμη, μήτε που το ένιωσα.
Όλα τα κατάλαβα σαν μπήκα στο λιμάνι με το κατάρτι σπασμένο και σκισμένο το πανί.
Τότε κατάλαβα πως ότι κι αν βρεις σε νέους κόσμους  δεν έχει καμία αξία αν το ταξίδι το κάνεις μόνος σου. Αν δεν έχεις κάποιον δίπλα σου να σου κρατάει το χέρι και να σου θυμίζει την πορεία σου.
Μόνο τα νιάτα δεν φτάνουν.

«Ένα γράμμα παραμονή πρωτοχρονιάς» Γιάννης Μύρτσης

Καλέ μου φίλε ξεχασμένε, σύντροφε της νιότης μου, εσένα που σ’ άφησα σε μια γωνιά της καρδιάς μου και σε λησμόνησα.
Σήμερα που ανεβαίνω ένα ακόμη σκαλί στην ανηφόρα της ζωής μου σε θυμήθηκα.
Δεν ξέρω πια, μετά από τόσα χρόνια αν υπάρχω ακόμη μέσα σου, μα νιώθω μόνος ξαφνικά χωρίς την παρέα σου, το γέλιο σου, τις συμβουλές σου.
Σήμερα, παραμονή πρωτοχρονιάς ήρθες στο μυαλό μου και με ξύπνησες χαράματα. Τόσο μακριά με πήγες και δάκρυσα.
Δίνω υπόσχεση πως θα σε ψάξω, πως θα σε βρω να σ’ αγκαλιάσω.
Μπορεί να μη το κάνω αύριο, μπορεί τελικά να μη το κάνω ποτέ.
Μπορώ όμως να χαμογελάω κοιτώντας τη φωτογραφία σου και να σου πω μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου, ευχαριστώ που ήσουν στη ζωή μου.
Χρόνια σου πολλά φίλε μου.

«Κορμιά στο χρόνο» Γιάννης Μύρτσης

Κορμιά που τα χτύπησε αλύπητα ο χρόνος σαν το σκαρί στο κύμα, κουρασμένα στέκουν τώρα.
Όχι, δεν σας χαρίστηκε ο χρόνος, στην ομορφιά και τη λάμψη των νιάτων σας δεν μερολήπτησε, δίκαιος στάθηκε απέναντί σας.
Πάγωσε το βλέμμα που κοιτούσε αχόρταγα, έφυγε η εικόνα που προκαλούσε ρίγος και πόθο ανείπωτο.
Νεκρό και το πάθος εκείνο, που μόνο βαθιά στη ψυχή τολμούσε να ζητήσει την ηδονή, κι ελεύθερα να περιπλανηθεί σε σκέψεις λάγνες, χωρίς λογοδοσία και δικαστήρια.
Δεν σας λυπήθηκε ο χρόνος δυστυχώς.
Οι ώρες, οι μέρες, σταλιά, σταλιά λεηλάτησαν την ομορφιά σας και μια ανατριχίλα σκεπάζει εκείνες τις μακρινές στιγμές.
Κορμιά παλιάς λάμψης, παλιάς δόξας, αραγμένα σε όμορφες σκέψεις μέσα στις αγκαλιές του παρελθόντος.
Θρήνος έγινε το τραγούδι, το κάλεσμα του έρωτα και η μαγική βραδιά της προσμονής.
Δεν αντέχω να σας κοιτώ στις παλιές φωτογραφίες, ούτε τα παροπλισμένα όμορφα βράδια μπορώ.
Τα γλέντια του έρωτα, τότε στις μακρινές εμπειρίες της νιότης σας  χάθηκαν στο χρόνο, χωρίς την ελπίδα επιστροφής.

«Τα Χριστούγεννά μου»

Χριστούγεννα και μ’ ένα ποτήρι μπράντι στο χέρι περιμένω.
Καθισμένος στο σαλόνι κοιτάω το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εγώ και η μοναξιά μου.
Φορώ τα καλά μου. Την κόκκινη γραβάτα που μου χάρισες κι εκείνα τα παπούτσια που μόνο τα Χριστούγεννα φορώ.
Τα φωτάκια στο δέντρο αναβοσβήνουν και μου δίνουν την αίσθηση πως έχω παρέα.
Τα γλυκά στο τραπέζι, τα πιάτα, τα ποτήρια, το φαγητό. Όλα είναι έτοιμα. Μόνο εσύ λείπεις.
Σε βλέπω και δακρύζω . Σε περιμένω! Ξέρω, μη μου πεις, γνωρίζω την αλήθεια.
Σαν χάθηκες, τα χρώματα της γης χαθήκανε μαζί σου κι όλα αυτά που κάνω τώρα, τα κάνω μόνο γιατί το ήθελες εσύ.
Κοιτάω ακόμη το στολισμένο δέντρο ώρες μετά. Δεν χτύπησε το κουδούνι, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν θα ’ρθει.  Ξέρουν πως τα Χριστούγεννα τα ζω μόνο για σένα. Εσένα που έφυγες νωρίς.
Πώς να κοιμηθώ το βράδυ; Πώς να φάω, πες μου από πού να κρατηθώ; Θυμάμαι τα Χριστούγεννα  μαζί σου.
Ποιες προσμονές, ποια όνειρα και ποια ελπίδα τώρα να ζητάω; Κοιτώ το χαμόγελό σου σε μια φωτογραφία.
Πόσα χαμόγελα μού στέρησες, πόση αγάπη μού πήρες, μα πόση ζωή μού έδωσες!
Σαν να ’ναι χιόνι αυτό που πέφτει από την παγωμένη μου καρδιά στα χαλιά, στο σαλόνι, στο σπίτι.
Δάκρυα έρχονται στα μάτια μου και μια βαθιά ανάσα γεμίζει το κενό μου.
Σηκώνω το ποτήρι και  ξεσπώ σε κλάματα.
Καλά Χριστούγεννα αγάπη μου.

«Γκόνου Δογιάμα & Κονδύλη» Γιάννης Μύρτσης

Καπετάν Γκόνου Δογιάμα  και Κονδύλη
το στενό που μεγαλώσαμε οι φίλοι
σε κωμόπολη κρυμμένη σε μιαν άκρη
που καλά, καλά δεν βρίσκεται στο χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στην πλατεία
στα νερά μέσα στην κρήνη στη γωνία
τα ποδήλατα τα βράδια σε μιαν άκρη
των ονείρων μας σαν φτιάχναμε το χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στο στενό
μπάλα παίζαμε, κρυφτό, κυνηγητό
σ’ ένα δρόμο απ’ το σπίτι ως το σχολείο
κι έτσι πέρασαν τα χρόνια σαν αστείο.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα τώρα στέκει
μια ανάμνηση που ο κόσμος δεν τη βλέπει
είναι άδειο το στενό, τη γειτονιά μου
δυστυχώς δεν θα γνωρίσουν τα παιδιά μου.

«Στην Παναγία Μαυριώτισσα» Γιάννης Μύρτσης

Στην Παναγία την Μαυριώτισσα, δίπλα στο ήχο του κύματος  περιμένω.
Το αγέρι ψυχρό, χειμωνιάτικο και τα φύλλα των πλατάνων αφημένα στο χώμα νεκρά.
Κάποιοι γλάροι γελούν στο πέρασμα τους, πετούν μπροστά μου και ζητιανεύουν τη μπουκιά. Τους κοιτάω ανήμπορος να  χάνονται στον ουρανό.
Μπροστά μας,  πρόσχαρη η Παναγιά περιμένει να μας δώσει την ευχή της και δίπλα της  ο μοναχός  χτυπάει τα  ξύλα, τα σκίζει στη μέση, προσπαθώντας να ζεστάνει τις κρύες ψυχές μας.
Στον κυματισμό του ορίζοντα σβήνει το βλέμμα  που κοιτά αχόρταγα τη σάρκα και κάνει την καρδιά να στενάζει.
Σκέψεις με παίρνουν μακριά.  Προσπαθούν να ζεστάνουν τα παγωμένα μου χέρια, τη σκληρή μου καρδιά.
Έσφιξα το σακάκι στο κορμί μου  και τι τυχερός Θεέ μου, μια ακτίδα του ήλιου πέρασε μέσα από τα σύννεφα και με ζέστανε.
Σε λίγο θα  βραδιάσει και θα χαθούν οι εικόνες γύρω μου. Θα μείνει μόνο ο ήχος από τα πουλιά της λίμνης, ο ήχος του κρύου αέρα και της παγωμένης μου ανάσας.
Άγια τα χώματα ετούτα που πάτησα.
Ευλογημένος νιώθω, Παναγιά μου γλυκιά μου μητέρα.

«Η Αντιγόνη που δεν γνώρισα»

Το κύμα τις σκέψεις τραβούσε στην άκρη.
Κενό το μυαλό μου κι εσύ ζωή μου κενή.
Ψυχρός ο αέρας πάγωσε τα όνειρα και σαν τέλειωσαν τα παραμύθια η χαρά μου στάθηκε στην άκρη.
Βάλσαμο ήταν ο θάνατος, ναι ήταν, αν μαζί του το σκοπό της ζωής τραγουδούσες.
Καημένα μου χρόνια, τον ήλιο ξοδέψατε σε θάλασσες ρηχές χωρίς κοχύλια.
Φοβάμαι να μιλήσω, μαζεμένος στέκω στη γωνιά μου και τρέμω.
Δεν μπορώ ν’ αντέξω άλλο αυτόν τον πόνο, πώς κατάντησα σκέφτομαι και δακρύζω.
Είμαι κρυμμένος μέσα στο χαράκωμα  του μικρού σκοτεινού και υγρού δωματίου(δεν ήρθες ποτέ χαρά να με δεις, τι κι αν περίμενα χρόνια).
Κι εσύ ζωή παράκουσες τις εντολές κι ήρθες να θάψεις το μυαλό μου σαν άλλη Αντιγόνη.

«Μια συνάντηση μετά από χρόνια» Γιάννης Μύρτσης

Κι έτσι γίναμε ξένοι.
Τελείως ξαφνικά, ένα όμορφο απόγευμα που δεν μας
έδωσε κανένα σημάδι.
Έναν λόγο εγώ, έναν λόγο εσύ, κι ύστερα σιωπή μεταξύ μας.
Όταν ο ήλιος χάθηκε τα μάτια σου δεν ήταν ίδια, ούτε και τα δικά μου
ήταν πια εκείνα που ’χες γνωρίσει τότε.
Τι ήταν αυτό που μας χώρισε ποτέ δεν θα το μάθουμε ή κι αν,
ποτέ δεν θα το πούμε.
Ώρες κουβεντιάσαμε, τίποτα δεν καταφέραμε.
Έμεινε το ρολόι να χτυπάει σε τόνο νεκρό, έμεινε κι ο πόνος μου
σε κάθε χτύπο της καρδιάς μου.
Τώρα γλυκιά ανάμνηση είσαι στο μυαλό μου, σαν παιδικό χαμόγελο.
Πόσα σου πήρα εκείνο τ’ απόγευμα.
Στο δρόμο βρεθήκαμε χρόνια μετά.
Τίποτα δεν θύμιζε τον έρωτά μας.
Ξένοι πια, τρόμαξα να σε γνωρίσω.
Ούτε ένα σημάδι τόσο δα μικρό δεν έμεινε στο κορμί σου από μένα.
Ο ήλιος έγειρε το πρόσωπό του και χαθήκαμε.