«Γουμένισσα» Γιάννης Μύρτσης

Γέμισε ο τόπος μυρωδιά καμένου ξύλου γέμισε φύλλα κυδωνιάς ο ουρανός που κατεβαίνουνε στη γη σαν τους αγγέλους κείνη τη νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός. Γέμισε ομίχλη και σκεπάζει τα σοκάκια στα κεραμίδια το νερό σταλαγματιές κι ένας αγέρας σαν βιολί παίζει τους ήχους στις παγωμένες και τις γκρίζες γειτονιές. Γέμισε ο τόπος αφιλόξενο σταχτίΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Γουμένισσα» Γιάννης Μύρτσης».

«Τοπίο» Μήτσος Παπανικολάου

Ο ποιητής Μήτσος Παπανικολάου. Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει βρέχει στις ελιές τις γκρίζες – το νερό σας ρίγος τρέχει από τα κλαδιά στις ρίζες. Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα σκοτεινά κάτω κι απάνω ξεχωρίζουν μες στη μπόρα τα τσαντίρια των τσιγγάνων. Απ’ την άσφαλτο τα κάρα κατεβαίνουν, κατεβαίνουν… Λάμπουν μερικά τσιγάρα στα παράθυρα τουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Τοπίο» Μήτσος Παπανικολάου».