«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε.
Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί.
Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού.
Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένη μια ταμπέλα που ακόμη αναγγέλλει στον επισκέπτη «εξοχικόν κέντρον η παρέα»
Σπασμένα τζάμια γύρω μας, σκέτος τάφος πια που μόνο το τιτίβισμα των πουλιών το ζωντανεύει πια.
Δεν μπορώ να μη φανταστώ τις μέρες που έκρυβε παράνομους έρωτες, νιάτα κι οσμές πολλών ανθρώπων. Δεν μπορώ να μην αφουγκραστώ τα φαντάσματα των στιγμών που σταυρωμένα στο χρόνο περιμένουν άδικα την ανάσταση.
Προσπέρασαν οι άλλοι, προσπέρασα κι εγώ.
Η ζωή τρέχει, αδιαφορεί, ξεχνά.
Advertisements