«Πρωινός ήλιος»

Η ραθυμία της Κυριακής είναι, ο γλυκός πρωινός ήλιος, το τιτίβισμα των πουλιών και το νωχελικό γάβγισμα του σκύλου. Η προσευχή της Κυριακής είναι, η γλυκιά μελωδία των αγγέλων, το άρωμα των λουλουδιών και ο βόμβος απ’ το πέταγμα της μέλισσας. Το χαμόγελο της Κυριακής είναι, τα μάτια που κοιτούν τη θάλασσα, τα λόγια πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Πρωινός ήλιος»».

Ωδή θανάτου

Σβήνει το φως, χάνεται το χρώμα, τα τριαντάφυλλα σκορπούν μαραμένα. Τέλος χρόνου, η Περσεφόνη επιστρέφει στο σπίτι της. Οι ωδές για τη ζωή σταματούν, δεν μας θαμπώνει πια το παραμύθι του ψεύδους. Τώρα κάθε λεπτό, κάθε στιγμή,  οδηγούν σταθερά στο θάνατο. Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα στην οσμή τού χειμώνα κι ένα πλήθος στιγμών χάνονται στοΣυνεχίστε να διαβάζετε «Ωδή θανάτου».

«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα. Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του. Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για τοΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Στο νεκρό χρόνο της ζωής»».

«Ένας δρόμος στην εξοχή»

Μπροστά στην κρυμμένη πόρτα από τις φυλλωσιές και τ’ αγριόχορτα σταθήκαμε. Ανάσα  στο περπάτημα στην εκδρομή μιας Κυριακής που θα ’χε σβήσει από τη μνήμη αν δεν στεκόμασταν εκεί. Πολλά τα λόγια της στιγμής, που αντήχησαν πάνω της, μα πιο πολλά τα βλέμματα, θαμπά λες κι ήταν πόνος του μυαλού. Πλάι, πεσμένη άσχημη και σκουριασμένηΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ένας δρόμος στην εξοχή»».

«Ἡ λεῦκα» Ἰωάννης Πολέμης

Τή  θυμᾶσαι τή λεῦκα μας; Παιγνιδιάρα στήν αὔρα φιλικά μᾶς προστάτευεν ἀπ᾿ τοῦ ἥλιου τή λαύρα, καί μέ χάρη σαλεύοντας τή ψηλή κορυφή της ἐψιθύριζε πρόσχαρη τή χαρά τήν κρυφή της καί σκορποῦσε τό γέλιο της στούς φραγμούς καί στ᾿ ἀμπέλια. Γιατί τότ᾿ ἀποκρίνονταν στά δικά σου τά γέλια. Χθές ἐπέρασα μόνος μου -τί δέΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ἡ λεῦκα» Ἰωάννης Πολέμης».

«Το παλιό βιολί» Ιωάννης Πολέμης

Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί με τ΄ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη. Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη για να δει περήφανο τι πουλί ειν’ αυτό που τα λέει γλυκύτερα τηςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Το παλιό βιολί» Ιωάννης Πολέμης».

«Ερωτικό» Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης  Καημός αλήθεια να περνώ, του έρωτα πάλι το στενό Ωσπου να πέσει η σκοτεινιά μια μέρα του θανάτου. Στενό βαθύ και θλιβερό που θα θυμάμαι για καιρό Τι μου στοιχίζει στην καρδιά το ξαναπέρασμα του. Ας είν’ ωστόσο, τι ωφελεί γυρεύω πάντα το φιλί Στερνό φιλί, πρώτο φιλί και με λαχτάραΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Ερωτικό» Ναπολέων Λαπαθιώτης».

«Σε παλιό συμφοιτητή»Κ. Καρυωτάκης

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας, που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε και με την πίκρα κάποτε της πείνας. Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης, παρά περαστικός, με την ελπίδα μου, με τ’ όνειρο πουΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Σε παλιό συμφοιτητή»Κ. Καρυωτάκης».

«Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» Κώστας Καρυωτάκης

Ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους. Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ‘ναι ζήτημα ύψους. Σύμβολα ζωής υπερτέρας, ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα, λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα Αμάλθειο κέρας. Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος, πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου! Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου κατακορύφως. Οι ορίζοντεςΣυνεχίστε να διαβάζετε ««Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» Κώστας Καρυωτάκης».

«ΚΑΡΑΝΤΙ» Νίκος Καββαδίας

Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας Μπάσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές ένα πουλί που ακροβατεί στα μπαταράτσα. Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα, που αρρώστιες τα ‘χουνε τσακίσει τροπικές. Παντιέρα κίτρινη – Σινιάλο του νερού. Φούντο τις δυο και πρύμα βρέξε το πινέλο. Τα δυό φανάρια της νυχτός. Κι ο Pisanello ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.Συνεχίστε να διαβάζετε ««ΚΑΡΑΝΤΙ» Νίκος Καββαδίας».