«Στο νεκρό χρόνο της ζωής»

Στο μπλε παράθυρο με το χρυσάφισμα του ήλιου ακόμη να πλανάται στη θάλασσα, σε είδα.
Γαλήνια η φύση με τα φύλλα των δέντρων σκυφτά στο μεγαλείο του έρωτα, με τα βότσαλα να κραυγάζουν στο περπάτημα του.
Ένα μεγάλο καράβι το αύριο, δίχως φώτα, χωρίς παντιέρα ν’ αρμενίζει τυφλό προς το πεπρωμένο του, αδιαφορώντας για το χρόνο που τρέχει νεκρός.
Οι κορυφές των δέντρων δείχνουν στα πουλιά το δρόμο κι ένα χαμόμηλο τολμά να λαχταρά την άνοιξη. Το πάτησα! Σταμάτησα κάθε ελπίδα προσμονής….
Έγειρα νηστικός και κουρασμένος στο κατώι σου, με το άθλιο ξινό κρασί σου μέθυσα κι εφιάλτες είδα στα όνειρα τα τόσο στείρα και πεζά, που απλόχερα μου χάριζε η ρακένδυτη, ζητιάνα μέρα!
Έπιασα χώμα λασπωμένο, χωρίς ζωή πάνω του, χωρίς καμία μυρωδιά. Εδώ είναι το τέλος σκέφτηκα κι ένα δάκρυ θόλωσε τα μάτια μου, απόσταγμα του πόνου και του ανεκπλήρωτου έρωτα με τη ζωή.
Γενιές ολόκληρες πέρασαν και χάθηκαν στον ορίζοντα του χρόνου χωρίς να μας διδάξουν τίποτα. Δεν μας αγκάλιασαν, πέρασαν κι ούτε μια λέξη δεν είπαν!
Σκυμμένος δένω τα κορδόνια μου, μα ούτε μια προσευχή δεν έκανα για Εσένα κι ας μύριζα κάθε άνοιξη, εκείνα τα λουλούδια του θανάτου δίπλα σου.
Το βλέμμα μου στα κυπαρίσσια. Ένα δάκρυ, τίποτα άλλο.
Τίποτα πια δεν θυμίζει εσένα.

«Καλό Ταξίδι Μάνα»

Σίγησε η φωνή σου εκείνο το ξημέρωμα.
Σταμάτησε η ανάσα σου  ήρεμα, σχεδόν χαμογελαστή  έφυγες από κοντά μας κι  η ψυχή σου απλώθηκε στα μονοπάτια και στις γειτονιές  τ’ ουρανού.
Άδεια η κάμαρα που χρόνια ζέσταινε τον ερχομό και την άνοιξη.  Τους τοίχους της νότισαν στάλα, στάλα   η προσμονή, τα δάκρυα του αποχαιρετισμού, ο ερχομός και το καλό ταξίδι.
Δεν θ’ αντικρίσω ξανά το βλέμμα σου, αυτό  που με κοιτούσε μ’ εκείνον τον τρόπο, τον  μοναδικό, τον πιο ξεχωριστό απ’ όλους.
Πολλά είναι εκείνα που δεν έκανα κι αλλά τόσα  που δεν σου είπα, τι δειλός  που ήμουν.
Γυρίζουν τα ρολόγια  μαζεύοντας τον χρόνο  που τόσο πολύ υποτίμησα και κοιτώ δακρυσμένος   τ’ αχνάρια που τόσο έντονα άφησε στη ζωή μου το πέρασμά σου.
Θα ξημερώσει σε λίγο μα θα ‘ναι μια άλλη μέρα. Μια μέρα δίχως την έγνοια σου  να με συντροφεύει, δίχως τα πρέπει, τα πρόσεχε,  φάε, ντύσου…
Άδικο είναι το ξέρω, μα έτσι είμαστε φτιαγμένοι, να φεύγουμε.
Και θα μείνει ένα μικρό φως στον ουρανό που θα’ναι το δικό σου. Και θα σου μιλώ σα νιώθω μικρός και μόνος και θα ψάχνω το χέρι σου να με ζεστάνει, να με κρατήσει να μην πέσω, έτσι όπως έκανες πάντα.
Ποτέ δεν θα φύγεις από μέσα μου κι ας ήμουν μακριά κι ας ήμουν χαμένος στα χρόνια που άδικα ξοδέψαμε.
Γιάννης Μύρτσης

«ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ»

EDOS_MOU_FB

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΠΝΟΗ» η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Μύρτση «Εντός μου». Είναι η τρίτη στη σειρά, μετά «Τα δάκρυα του έρωτα» (εκδόσεις Φυλάτος) και “Στις γραμμές του τραίνου” (createspace). Επιπλέον στο ενεργητικό του έχει τη συγγραφή του εφηβικού διηγήματος «Η πέτρα της τύχης» (εκδόσεις Φυλάτος).
Στη νέα του δουλειά ο δημιουργός περιγράφει μέσα από τους στίχους του με συγκεκριμένη και απόλυτα κατανοητή γραφή, σκέψεις, συναισθήματα, αναζήτηση με λυρισμό και αλήθεια ζωής. Δεν αναλώνεται σε ανούσιους συμβολισμούς, αλλά προσεγγίζει την αισθητική του κοινού με σεβασμό και εξομολογητική διάθεση, κάνοντας τον αναγνώστη κοινωνό σ” ένα ταξίδι λόγου, γεμάτο εικόνες με χρώμα και νοερούς μελωδικούς ήχους.

«Γκόνου Δογιάμα & Κονδύλη» Γιάννης Μύρτσης

Καπετάν Γκόνου Δογιάμα  και Κονδύλη
το στενό που μεγαλώσαμε οι φίλοι
σε κωμόπολη κρυμμένη σε μιαν άκρη
που καλά, καλά δεν βρίσκεται στο χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στην πλατεία
στα νερά μέσα στην κρήνη στη γωνία
τα ποδήλατα τα βράδια σε μιαν άκρη
των ονείρων μας σαν φτιάχναμε το χάρτη.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα στο στενό
μπάλα παίζαμε, κρυφτό, κυνηγητό
σ’ ένα δρόμο απ’ το σπίτι ως το σχολείο
κι έτσι πέρασαν τα χρόνια σαν αστείο.
Καπετάν Γκόνου Δογιάμα τώρα στέκει
μια ανάμνηση που ο κόσμος δεν τη βλέπει
είναι άδειο το στενό, τη γειτονιά μου
δυστυχώς δεν θα γνωρίσουν τα παιδιά μου.