«Η ομπρέλα»

    Κάθε μεσημέρι η ίδια εικόνα. Χτυπούσε το κουδούνι στο τελευταίο μάθημα της ημέρας στο σχολείο και τα παιδιά ξεχύνονταν στους διαδρόμους άτακτα, με φωνές, γέλια, ποδοβολητά κάνοντας τρομερή  φασαρία.

Βιάζονταν να φύγουν από το σχολείο, το έδειχναν με κάθε τρόπο και δεν το έκαναν καθόλου, μα καθόλου διακριτικά. 

    Εγώ πάλι, περίμενα πρώτα να φύγουν εκείνοι και  στη συνέχεια να βγω από την τάξη μου. 

    Στο πέρασμά τους μ’ έσπρωχναν, πετούσαν κάτω τα βιβλία μου, με κορόιδευαν, αλλά στο τέλος έτρεχαν προς τις Σειρήνες της ελευθερίας, αφήνοντάς με μόνο στον κόσμο μου. 

    Φρόντιζα πάντα στην ώρα του τελευταίου μαθήματος να απλώνω πάνω στο θρανίο μου ό,τι είχα στη σχολική μου τσάντα, για να έχω μπροστά μου το χρόνο να τα μαζέψω αργά, αργά έτσι ώστε όταν τελείωνα να μην υπάρχει κανένας γύρω μου.

     Στη συνέχεια κοιτούσα την τσάντα μου από όλες τις πλευρές, κούμπωνα τα κουμπιά της για να την ασφαλίσω και σηκώνοντας την με δύναμη, την φόρτωνα στους ώμους μου.

    Ιεροτελεστία ολόκληρη, τυπικό που δεν παραβίαζα ποτέ και για κανένα λόγο. Ιδιαιτερότητα ναι, που απολάμβανα όμως και  τη δεχόμουν σα δώρο.

    Τότε επιτέλους η μοναξιά μου, αυτή η υπέροχη κατάσταση ηρεμίας μακριά από την ενοχλητική παρουσία των άλλων, ήταν ολόκληρη δική μου.

    Στη συνέχεια έκανα μερικά βήματα και σταματούσα μπροστά από τη μεγάλη εξώπορτα κοιτώντας συνωμοτικά δεξιά κι αριστερά, μήπως και παρέμενε στο σχολείο κάποιος αργοπορημένος συμμαθητής μου.

    Όταν βεβαιωνόμουν  πως ήταν όλα εντάξει, έπαιρνα το δρόμο για το σπίτι μου, με το δικό μου πάντοτε αργό, προσωπικό ρυθμό.

    Έκανα ολόκληρο κύκλο για να φτάσω και δεν άλλαζα την διαδρομή, ούτε το χρόνο της, είτε είχε ζέστη, βροχή,  παγωνιά, είτε  χιονιά. Δε μιλούσα σε κανέναν και απέφευγα τους πάντες.

    Στη διάρκεια της διαδρομής «έπαιζε» μέσα στο μυαλό μου κάποιο φιλμ, διαφορετικό όμως κάθε μέρα, με ιστορίες περίεργες, φτιαγμένες στη στιγμή από εμένα και μόνο για εμένα.

    Δυστυχώς όμως, στον πραγματικό κόσμο δεν ήμουν μόνος μου, υπήρχαν και οι άλλοι.

    «Έχει πρόβλημα το παιδί σου κυρά Μαρία», έλεγαν στη μάνα μου. «Δε μιλάει, δε λαλάει, μπουνταλάς είναι!» έλεγαν κάποιοι άλλοι κι έπιαναν το πρόσωπό τους, κουνώντας το κεφάλι τους πέρα δώθε με θλιμμένο βλέμμα, για να τη συμπονέσουν.  «Να το πας σε γιατρό… στον παπά να το διαβάσει… στην κυρά Κερασία, τη γριά από τη Σμύρνη να το ξεματιάσει», τι άκουγε η καημένη.

    Το σπίτι μας  ήταν στην άκρη του χωριού, σ’ ένα ύψωμα, μόνο του. Ήταν ένα παλιό διώροφο ταλαιπωρημένο κτίσμα, που  μέσα του φώλιαζε  η οικογενειακή  γαλήνη.

    Ήταν τεράστιο κι είχε πολλές κρυψώνες για να απομονωθεί κάποιος, ειδικά για ένα μικρό παιδί ήταν παράδεισος.

    Υπήρχαν πολλά δωμάτια και αποθήκες που δεν είχα πάει ποτέ. Τα περισσότερα βέβαια ήταν κλειδωμένα και υπήρχε πάντοτε απαγορευτικό εισόδου.

    «Όχι, όχι, όχι!» μου έλεγαν οι μεγάλοι, όταν ήθελα να πάω σε κάποιο από τα “κρυφά” του δωμάτια. Τι δεν είχα φανταστεί για εκείνα τα δωμάτια…

    Στην τελευταία στροφή του δρόμου έβλεπα από μακριά τα κεραμίδια του και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα απλώνονταν μπροστά μου  ολόκληρο,  γέρικο, μουντό και σκυθρωπό.

    Τότε έπεφταν και οι τίτλοι τέλους του φιλμ. Το είχα μάθει πια καλά το παιχνίδι και δεν άφηνα ποτέ «ταινία» στη μέση. 

    Στο σπίτι δεν με περίμενε τίποτα. Μια ρουτίνα, αφόρητη πολλές φορές, πάντα η ίδια χωρίς καμία απολύτως διαφοροποίηση. Πλύσιμο, φαγητό και διάβασμα για την επόμενη μέρα.

    Οι επισκέψεις ήταν σπάνιες, οι γείτονες βαρετοί κι όλα κυλούσαν σε μια στείρα καθημερινότητα χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον.

    Στη συνέχεια άνοιγα το βήμα μου και πλησίαζα γοργά προς την μεγάλη του είσοδο, που με οδηγούσαν σ’ αυτή μερικά τσιμεντένια σκαλοπάτια, που το μεγαλύτερο διάστημα του χειμώνα ήταν σκεπασμένα με πάγο και γλιστρούσαν θανάσιμα. Τι κι αν καθαρίζαμε τον πάγο από πάνω τους, την επόμενη μέρα ήταν πάλι εκεί!

    Στο πλατύσκαλο πριν τη μεγάλη ξύλινη πόρτα που οδηγούσε μέσα στο σπίτι, πάντα σταματούσα και «κάρφωνα» το βλέμμα μου στον πλαϊνό τοίχο.

    Κοιτούσα στη γωνία για να δω αν υπήρχε ακουμπισμένη μια μεγάλη παλιομοδίτικη μπορντό ομπρέλα, με μια ξύλινη ξεθωριασμένη λαβή.

    Την έβλεπα σπάνια, γιατί η ιδιοκτήτριά της δεν έρχονταν συχνά στο σπίτι μας και σίγουρα αποτελούσε την εξαίρεση στον κανόνα των επισκέψεων. 

    Η ομπρέλα άνηκε στην θεία Μερόπη και την κουβαλούσε μαζί της χειμώνα καλοκαίρι. Δεν την άνοιγε ποτέ, εγώ τουλάχιστον δεν την είδα ποτέ ανοιγμένη, αλλά πάντα την είχε μαζί της.

    Δεν γνωρίζω αν είχε πολλές ομπρέλες, αλλά ποτέ δε θυμήθηκα τη θεία Μερόπη να έχει έρθει χωρίς ομπρέλα ή με κάποια άλλη  διαφορετική. Πάντα είχε την ίδια.

    Η θεία, μακρινή συγγενής από την πλευρά της μητέρας μου,  ήταν  αινιγματική προσωπικότητα που θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει και λίγο παράξενη.

     Γύρω στα εβδομήντα, με γαλήνιο παρουσιαστικό, χαμηλών τόνων, γέμιζε το χώρο με την παρουσία της και μονοπωλούσε το ενδιαφέρον σε κάθε συζήτηση.

    Ο τρόπος της, οι κινήσεις της, οι λέξεις της και ο τόνος της φωνής της δε μου θύμιζαν κανένα άλλο άνθρωπο από αυτούς που είχα συναντήσει.

    Ήμασταν έλεγε, οι τελευταίοι συγγενείς που της ανοίγαμε την πόρτα και το εκτιμούσε βαθύτατα.

    Αυτό το τελευταίο η θεία το έλεγε συχνά και πάντα απορούσα για το πώς μπορεί ένας άνθρωπος να «κλείσει» την πόρτα του σπιτιού του, σε μια τόσο δυνατή προσωπικότητα.

    Κάθε φορά που έφτανε σπίτι μας, μαζί με την ομπρέλα της φυσικά, μου έφερνε δώρο κι ένα βιβλίο. Πάντα ένα βιβλίο που μου ήταν άγνωστο και λίγο παράξενο μερικές φορές, σαν κι εκείνη.

    Από την ευγενική της χειρονομία, γνώρισα μέσα στο πέρασμα των χρόνων, τον Ιούλιο Βερν, τον Ντοστογιέφσκι, τον Ντίκενς αλλά και τη σπουδαία Πηνελόπη Δέλτα.

    Μέσα από την αγάπη της θείας μου για τα βιβλία, έμαθα τον Ιωάννη Πολέμη, τον Δροσίνη, τον Καζαντζάκη, αλλά και τον υπέροχο Μενέλαο Λουντέμη. 

    Η μητέρα  μου με «υποχρέωνε» τα καλοκαίρια και την περίοδο των διακοπών του Πάσχα και των Χριστουγέννων να διαβάζω.

    Στην αρχή τα βιβλία μού φαίνονταν, παράξενα και περίεργα σαν την θεία Μερόπη και πίστευα πως η μητέρα μου το έκανε για να με τιμωρήσει.

    Είχα την αίσθηση πως τα βιβλία αυτά ήταν γεμάτα πόνο, γαρνιρισμένα με άρωμα μούχλας και σκόνη πολυκαιρίας σαν την ομπρέλα της θείας.

    Όμως βήμα, βήμα τα γνώρισα, τα αγάπησα και περίμενα με αγωνία τον ερχομό της για να μου φέρει άλλο ένα, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα.

    Περίμενα να τα πιάσω στα χέρια μου να τα μυρίσω, να τα χαϊδέψω και ο ορίζοντας της φαντασίας μου να γεμίσει με νέες υπέροχες παραστάσεις. Να γνωρίσω νέους, μακρινούς, διαφορετικούς  και πολλές φορές παράξενους τόπους,  γεμάτους  φωτεινές  προσωπικότητες που  μιλούσαν στην ψυχή μου.

    Οι ιστορίες από τα βιβλία αυτά μου έδιναν συχνά ιδέες και εμπλούτιζα το θέαμα στις καθημερινές παραστάσεις του μυαλού μου. «Είχα κι εγώ την τρέλα μου», έτσι έλεγε ο κυρ Γιώργης ο φούρναρης.

        Η ημέρα της Παρασκευής έμοιαζε ατέλειωτη. Έβρεχε ασταμάτητα από το πρωί, σιγανά, παγωμένα και μονότονα.

    Κοιτούσα κλεφτά τον ουρανό από το μεγάλο παράθυρο και αρκετές φορές  διαπίστωσα πως το μυαλό μου ταξίδευε και δεν ήμουν στην τάξη, ούτε και στα μαθήματα φυσικά.

    Θα χιονίσει σήμερα, έλεγαν όλοι γύρω μου.

    Ο Νοέμβριος, αυτός ο υπέροχος μήνας της προσμονής και της φαντασίας, είχε μπει  με μεγάλη ορμή και πολύ κρύο.

    Μακάρι να χιονίσει έλεγα από μέσα μου, όχι γιατί είχα ιδιαίτερη σχέση με το χιόνι, στην πραγματικότητα το μισούσα, αλλά το χιόνι είχε αυτή τη μοναδική ιδιότητα να με απομονώνει από όλους κι από όλα και να με κάνει αόρατο!

    Αν χιόνιζε, που έτσι έλεγαν όλοι κι έτσι έδειχναν τα πράγματα, θα ήταν τέλειο. Δε θα έρχονταν κανείς στο σπίτι και δε θα με ενοχλούσαν για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Κι είχα πολλά να κάνω!

    Το κουδούνι τελικά χτύπησε για τελευταία φορά. Τι γλυκός που ήταν σήμερα αυτός ο  ήχος.

    Κάποια στιγμή, σκέφτηκα, πρέπει να ψάξω τι είναι αυτό που κάθε Παρασκευή, μεταμορφώνει το φρικτό μονότονο ήχο του κουδουνιού του σχολείου, σε μελωδία.

    Το ίδιο γνώριμο σκηνικό πέρασε μπροστά από τα μάτια μου. Δεκάδες παιδιά έτρεχαν μακριά από το σχολείο μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη. Το μεγαλύτερο της εβδομάδας.

    «Θα χιονίσει, θα χιονίσει!» άκουγα τις φωνές τους καθώς έτρεχαν προς την έξοδο σπρώχνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους.

    «Χιονίζει, χιονίζει!» άκουσα λίγες στιγμές αργότερα να λένε άλλες φωνές που σχεδόν τραγουδούσαν τα νέα.

    Έτρεξα βιαστικά προς το παράθυρο και τράβηξα τη μεγάλη κουρτίνα.

    Δεκάδες συμμαθητές μου, στο προαύλιο του σχολείου  με τα χέρια ψηλά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος έδειχναν προς τον ουρανό, στοχεύοντας με το δείκτη του χεριού τους τις λιγοστές νιφάδες, που έφταναν σαν μπαλαρίνες μέσα από το χορό τους στριφογυριστά στο έδαφος.

    Φώτισε το πρόσωπό μου.

    Παράτησα την κουρτίνα που κύλισε στη θέση της αφήνοντας στο πρόσωπό μου ένα γλυκό αέρινο άγγιγμα.

    Πήγα και μάζεψα τα πράγματά μου και ξεκίνησα για το σπίτι.

    Για τους συμμαθητές μου ούτε λόγος. Δεν υπήρχε κανείς έξω εδώ και πολλή ώρα.

    Την Παρασκευή, κάθε Παρασκευή το «σινεμά» του μυαλού μου είχε επανάληψη. Διάλεγα το καλύτερο σενάριο της εβδομάδας και το ξαναέβλεπα στο μυαλό μου βελτιωμένο. Αρκετές φορές μάλιστα το «πάντρευα» με άλλα σενάρια κι έκανα υπερπαραγωγή!

    Και τι περίεργο, πάντα την Παρασκευή το έργο μου  είχε καλό τέλος κι έδινε υποσχέσεις για καλή συνέχεια στις ζωές των ηρώων μου.

    Σήμερα όμως δεν υπήρχε ώρα ούτε για σενάρια, ούτε για φανταστικές ταινίες μικρού μήκους, ιδιωτικής προβολής.

    Σήμερα ήταν η μέρα που κρυφά  από όλους, αφήνοντας στην άκρη τα «όχι» και παραβιάζοντας χωρίς καμιά ενοχή τα απαγορευτικά της οικογένειας, θα ανέβαινα στην απόκοσμη σοφίτα του σπιτιού.

    Θα το τολμούσα και  ήμουν σίγουρος πως θα τα κατάφερνα.

    Έφτασα στο σπίτι κάτασπρος από το χιόνι που ήταν φορτωμένο πάνω μου.

    Ανέβηκα βιαστικά τα τσιμεντένια σκαλοπάτια κοιτάζοντας στον τοίχο απέναντί μου κι ένα απρόσμενο επιφώνημα επιδοκιμασίας βγήκε από τα χείλη μου.

    Η παράξενη παλιομοδίτικη μπορντό ομπρέλα της θείας Μερόπης ήταν ακουμπισμένη στη θέση της.

    Έκανα μερικά βήματα, την πλησίασα και στο τέλος την έπιασα με τα χέρια μου.

    Τη σήκωσα για λίγο ψηλά και στη συνέχεια την έφερα κοντά στη μύτη μου.

    Πήρα μια βαθιά εισπνοή και γέμισα τα πνευμόνια μου από το μοναδικό άρωμα λεβάντας που είχε νοτίσει μέσα της, όλα αυτά τα χρόνια που η θεία την κουβαλούσε μαζί της.

    Στη συνέχεια την χάιδεψα σαν μωρό και την ακούμπησα στο ίδιο σημείο που ήταν πριν.

    Κοίταξα ακόμη μερικές στιγμές κρατώντας την ανάσα μου και άνοιξα την ξύλινη πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό του σπιτιού.

    Από τα πρώτα μου βήματα άκουγα τη φωνή της να φτάνει στ’ αυτιά μου μελωδική, γλυκιά, διαφορετική από τις φωνές των συμμαθητών μου και των άλλων ανθρώπων του χωριού.

    Μιλούσε καθαρά και τόνιζε τις λέξεις που έπρεπε να δώσεις σημασία, πράμα που σ’ έκανε μα μην μπορείς να χάσεις τίποτα  από αυτά που έλεγε.

    Πλησίασα και σταμάτησα μπροστά της σε μια απόσταση.

    Η μητέρα μου χαμογέλασε, ήρθε κοντά μου και κατέβασε τη μεγάλη σχολική τσάντα από τους ώμους μου.

    «Η θεία Μερόπη. Δε θα την χαιρετήσεις;» ρώτησε.

    Έκανα μερικά βήματα και στάθηκα κοντά της. Την κοίταξα έντονα στο πρόσωπο, βάζοντας σκοπό να συγκρατήσω μέσα στο μυαλό μου και την τελευταία λεπτομέρεια της μορφής της.

    «Έλα αγόρι μου!» μου είπε χαμογελώντας κι άνοιξε την αγκαλιά της.

    Πλησίασα και  χώθηκα μέσα της γεμίζοντας ξανά την αναπνοή μου με άρωμα λεβάντας.

    Όταν μετά από μερικές στιγμές με απελευθέρωσε από τη ζεστή της αγκαλιά, στάθηκα  μπροστά της.

    «Τι κάνεις θεία Μερόπη;» ρώτησα  όσο πιο γλυκά μπορούσα με λέξεις βγαλμένες απ’ ευθείας μέσα από την καρδιά μου.

    Το γλυκό της χαμόγελο κυριάρχησε για μία ακόμη φορά στο πρόσωπό της και με το χέρι της μου χάιδεψε τα μαλλιά.

    «Ξέρεις τι σου έφερα;» ρώτησε αινιγματικά.

    «Ένα παιχνίδι;» ρώτησα εγώ τάχα με αφέλεια.

    «Τα παιχνίδια είναι χαμένος χρόνος χωρίς καμία αξία» μου απάντησε.

    «Τότε;» ξαναρώτησα.

    «Ένα βιβλίο!» είπε θριαμβευτικά κι έβγαλε και μου έδωσε ένα πακέτο τυλιγμένο με μια ασημένια κορδέλα.

    Ανακουφίστηκα από την ιδέα πως πραγματικά η θεία θα μπορούσε αντί για βιβλίο, να μου είχε φέρει ένα ηλίθιο και βαρετό παιχνίδι.

    Το πήρα στα χέρια μου, την αγκάλιασα, τη φίλησα στο μάγουλο κι έτρεξα στο δωμάτιό μου.

    «Δε θα φας;» φώναξε η μητέρα μου, για να μη πάρει φυσικά καμία απάντηση.

    Όταν μπήκα μέσα ακούμπησα το τυλιγμένο βιβλίο στο κρεβάτι μου και πήγα σε μια απόσταση και το κοιτούσα.

    Προσπαθούσα να φανταστώ ποια ιστορία θα μπορούσε να περιγράφει και πόσο μακριά θα μπορούσε  να με ταξιδέψει αυτή τη φορά.

    Δεν άντεξα και σε λίγες στιγμές πήρα ξανά το πακέτο στα χέρια μου και με δύο κινήσεις έσκισα το χαρτί που το κρατούσε κρυμμένο.

    Έμεινα θαμπωμένος από το εξώφυλλο που είχε καθώς έδειχνε μια φλεγόμενη χρυσή μπάλα να πέφτει με δύναμη μέσα στη θάλασσα.

    Μετά διάβασα τον τίτλο. «Το κυνήγι του αερόλιθου» Ιούλιος Βερν.

    «Πρέπει να είναι φανταστικό» είπα σιγανά και το έσφιξα για μια στιγμή στην αγκαλιά μου.

    Στη συνέχεια το έβαλα προσεκτικά στην μικρή βιβλιοθήκη που είχα πάνω από το κρεβάτι μου.

    Μετά άνοιξα αθόρυβα την πόρτα του δωματίου μου και προσπάθησα ν’ ακούσω τι έλεγαν οι δύο γυναίκες. Μόνο που δεν πέταξα από τη χαρά μου όταν άκουσα πως σε λίγο θα έφευγαν για το κοιμητήριο.

    Δε γνωρίζω το γιατί, αλλά η θεία όταν έρχονταν πάντα πήγαινε μαζί με την μαμά στο κοιμητήριο κι όταν επέστρεφε ήταν θλιμμένη και δεν είχε μεγάλη διάθεση για κουβέντες.

    Ρώτησα να μάθω αλλά, ποτέ δεν πήρα κάποια απάντηση.

    Δύο ώρες μετά ήμουν μόνος στο σπίτι κι είχα τη μεγάλη ευκαιρία να ανέβω στη σοφίτα και να μπω επιτέλους στο μεγάλο δωμάτιο με τη χρυσή πόρτα, που δε με άφηναν ούτε να το πλησιάσω.

    Άνοιξα το συρτάρι της ραπτομηχανής και πήρα από μέσα ένα μικρό κλειδί.

    Στη συνέχεια πήγα στην αποθήκη πίσω από τη κουζίνα και μ’ αυτό ξεκλείδωσα ένα παλιό ξύλινο ντουλάπι που μέσα του υπήρχαν όλα τα κλειδιά του σπιτιού.

    Το κλειδί από το δωμάτιο με τη χρυσή πόρτα στη σοφίτα, ήταν το πιο όμορφο και ήταν περασμένο σε μία λευκή κορδέλα.

    Το ήξερα γιατί δεν μ’ άφηναν ποτέ να το πάρω στα χέρια μου.

    Σχεδόν τρέχοντας έφτασα εκεί και στάθηκα έξω από τη μυστηριώδη πόρτα.

    Είχα την ευκαιρία να μπω μέσα μα δίσταζα, πιστεύοντας πως θα παραβίαζα κάτι και δεν είχα κανένα το δικαίωμα να το κάνω.

    Σκέφτηκα να τα παρατήσω, αλλά την ίδια στιγμή το μετάνιωσα. Πήρα μια βαθιά ανάσα που μου έδωσε θάρρος, κι έβαλα το κλειδί στην κλειδαριά.

    Το γύρισα δύο φορές και με μια μονοκόμματη κίνηση άνοιξα την πόρτα διάπλατα.

    Το σκοτάδι δεν μου επέτρεπε να  δω πολλά πράγματα, ενώ μια αποπνικτική μυρωδιά κλεισούρας και σκόνης έφτανε στη μύτη μου.

    Έκανα μερικά βήματα και βρέθηκα μέσα.

    Ψηλάφισα με τα χέρια μου τον τοίχο και βρήκα το διακόπτη του ηλεκτρικού.

    Όταν τον πάτησα και φώτισε ο χώρος, έκανα αυθόρμητα μερικά βήματα πίσω, έκπληκτος μ’ αυτό που έβλεπα μπροστά μου.

    Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα  μεγάλο μεταλλικό κρεβάτι, και από την οροφή κρέμονταν μια λευκή δαντελένια κουρτίνα.

    Τα μαξιλάρια του, όπως και τα σκεπάσματα ήταν βολεμένα λες και περίμεναν κάποιον να κοιμηθεί.

    Απέναντι του υπήρχε ένας μεγάλος καθρέπτης  και δίπλα του σε μια κρεμάστρα μέσα σε μια διάφανη ζελατίνα ένα κιτρινισμένο από την πολυκαιρία νυφικό.

    Το κομοδίνο κοσμούσε σε μια ασημένια κορνίζα, η φωτογραφία μιας κοπέλας που έμοιαζε καταπληκτικά με τη θεία Μερόπη.

    Την πήρα για λίγο στα χέρια μου και στη συνέχεια την άφησα όπως ακριβώς τη βρήκα.

    Μετά άνοιξα τα συρτάρια και είδα πως παντού υπήρχαν κοριτσίστικα αντικείμενα. Κραγιόνια, μανό, αλυσίδες, ρολόγια χειρός, ενώ μέσα στην ντουλάπα υπήρχαν φουστάνια, παπούτσια και μπλούζες.

    «Τι να είναι εδώ;» μονολόγησα τη στιγμή που το βλέμμα μου σταμάτησε σε μία ομπρέλα. Μια ομπρέλα ακριβώς ίδια μ’ αυτή της θείας Μερόπης.

    Τη στιγμή εκείνη άκουσα βήματα  που μ’ έκαναν να τρομάξω και να κοιτάξω πίσω μου.

    «Μη φοβάσαι» άκουσα την ήρεμη φωνή της θείας.

   «Μα…» πήγα να πω.

   «Κάποια στιγμή θα έμπαινες, ήταν σίγουρο, μου είπε και πέρασε μέσα στο δωμάτιο.

    Πήγε στο κομοδίνο και πήρε στα χέρια της τη φωτογραφία που πριν λίγο κρατούσα εγώ.

    «Η Ελένη» μου είπε και δάκρυσε.

    «Ποια είναι;» ρώτησα δειλά.

    «Η κόρη μου. Ήταν…» απάντησε κι ακούμπησε τη φωτογραφία στη θέση της στο κομοδίνο.

    «Μα  εσύ θεία δεν είσαι παντρεμένη» της είπα και την έπιασα από το χέρι.

    Εκείνη μου χάιδεψε τα μαλλιά και μου χαμογέλασε μ’ ένα τόσο πικρό χαμόγελο  που δε θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.

    «Πέθανε λίγες μέρες πριν το γάμο της, πριν από τριάντα χρόνια.  Δεν ήθελε τον άντρα που της πήγα αλλά, δε μου το είπε ποτέ. Απλά μια μέρα ανέβηκα στο δωμάτιό της και τη βρήκα πεθαμένη. Ήταν ήρεμη και όμορφη σα να κοιμόταν» μου είπε και σκούπισε τα μάτια της.

    Μετά σηκώθηκε κι έκανε λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο και χάιδεψε το νυφικό που ήταν μπροστά της.

    «Τη θυμάμαι κάθε μέρα, πάντα κρατούσε στα χέρια της μια ομπρέλα. Να, εκείνη εκεί» είπε και μου έδειξε το σημείο που ήταν η ομπρέλα.

    «Εδώ ζούσες θεία;» ρώτησα ξανά.

    «Ναι, αγόρι μου, εδώ. Μετά το θάνατό της δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο αυτό το σπίτι και φύγαμε. Το παραχώρησα στους δικούς σου με τον όρο να μην πειράξουν, όσο θα ζω, αυτό το δωμάτιο. Έτσι έρχομαι τακτικά, πηγαίνω στο μνήμα της και μετά καταλήγω εδώ να κλάψω για το μεγάλο λάθος που έκανα».

   Η θεία δεν είπε τίποτα άλλο και κάρφωσε τα μάτια της στο πάτωμα.

    Λίγες στιγμές αργότερα πήρε στα χέρια της ένα μαντήλι που ήταν στο κρεβάτι και στάθηκε στο παράθυρο κοιτώντας με ασάλευτο βλέμμα το χιόνι που έπεφτε.

    Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και την άφησα συντροφιά με την ανάμνηση της κόρη της.    

Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Μικρές ιστορίες του χειμώνα» .

Δημοσιεύτηκε από τον Giannis Mirtsis

Ο Γιάννης Μύρτσης ασχολείται με την ποίηση και τον πεζό λόγο από τα εφηβικά του χρόνια. Η λογοτεχνική του γραφή έχει λυρισμό με διάχυτες συναισθηματικές δονήσεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: