«Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς»

Ξεκίνησες στο ρέμα να’ σαι κόντρα, δεν ζήλεψες ποτέ σου τη φυγή, οι άνθρωποι δεν πρέπει να’ναι πιόνια, να ταξιδεύουν σαν πουλιά μες τη ζωή κι όταν βρεθούν χαμένοι μες τα χρόνια, να τους ανάβει πάλι η φλόγα τη ψυχή.

Διψάσαμε στο δρόμο μα ποιον νοιάζει, και τραγουδάμε σαν παιδιά στη κουπαστή, χίλιες φουρτούνες στο σκαρί μας και δεν μπάζει, χέρι με χέρι θα κοιτάμε τη ζωή, είμαστε λίγοι σαν κοιτάς ποτάμι μοιάζει, μες στη ψυχή μας η ανείπωτη ορμή.

Απόγευμα σε βρήκα στην πλατεία, να σε χλευάζουν σαν μιλάς για το Θεό, σφιχτά στα χέρια σου κρατούσες τα βιβλία, κι έβγαιναν φλόγες από το στόμα σου θαρρώ, άνθρωπος, Έλληνας, Θεός σε μια γωνία, να αγκαλιάσω σαν παιδί πως καρτερώ.

Γαλάζιο είναι τ’ ουρανού το χρώμα, πόσες γενιές δεν μεγαλώσαμε εδώ, ο ομφαλός της γης είμαστε ακόμα, χιλιάδες έγιναν θυσία στο βωμό, πανί στου καραβιού δεν άλλαξα το χρώμα, έχω τη δύναμη και θα λευτερωθώ.

Τους μάθαμε να γράφουν τ’ όνομά τους, στον ενικό εμείς μιλάμε στο Θεό, κανείς δεν στάθηκε εμπόδιο μπροστά τους, για πληρωμή τότε με είπανε τρελό, ξέρουν πως πάντα θα στοιχειώνω τ’ όνειρά τους, καινούριους δρόμους στη ζωή θ’ αναζητώ.

Της μοίρας το παιχνίδι είναι στημένο, μέσα στις γλάστρες άνθησα κι εγώ, με μυστικό που στη καρδιά είχα κρυμμένο, στο καπηλειό τότε που πίναμε μεθώ, τον άγγελο στα όνειρά μου περιμένω, για να πετάξω στον γαλάζιο ουρανό.

Βαδίσαμε στους δρόμους με ομίχλη, μες στην κουκούλα ο δωσίλογος περνά, όλο το βιός μας τ’ ακουμπήσαμε στην τύχη, πόσα απ’ τα δάκρυα το μαντήλι σου χωρά, στα βήματά μας ανεξίτηλα τα ίχνη, πάντα τη Σταύρωση η Ανάσταση νικά.

Με πήρες αγκαλιά κείνο το βράδυ, που έκλαιγα μονάχος σαν παιδί, γιατί φοβόμουν τα θεριά μες στο σκοτάδι και καρτερούσα να βγει ο ήλιο το πρωί, από τα χρόνια έγινε η ψυχή ρημάδι, της Κυριακής με γαληνεύει η προσευχή.

Με αίμα το φεγγάρι είναι βαμμένο, κόκκινο βόλι την καρδιά μου τη τρυπά, χρόνια το ξέρω το παιχνίδι είναι στημένο, το χρήμα, η βρόμα και το ψέμα κυβερνά κι αν το ταξίδι στη ζωή πήγε χαμένο, εμάς μας βύζαξε η πιο λαμπρή γενιά.

Δεν θέλω Θεέ μου να τους λησμονήσω, ποτέ δεν θέλω να ξεχάσω τα θεριά, για τις Πατρίδες τις χαμένες θα δακρύσω, για τη σημαία το αίμα τους για λευτεριά, το άγιο τους χώμα να σκύψω να φιλήσω, ν’ αντρειωθώ κι εγώ μαζί τους στα στερνά.

.

Δημοσιεύτηκε από τον Giannis Mirtsis

Ο Γιάννης Μύρτσης ασχολείται με την ποίηση και τον πεζό λόγο από τα εφηβικά του χρόνια. Η λογοτεχνική του γραφή έχει λυρισμό με διάχυτες συναισθηματικές δονήσεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: