«Σιωπώντας» Γιάννης Μύρτσης

Απλανές βλέμμα, σκαμμένο πρόσωπο, γκρίζα μαλλιά, φορτωμένος στην πλάτη τα χρόνια του νου.

Πίσω οι μέρες υφαίνουν το δικό τους γαϊτανάκι τραγουδώντας αδιάκοπα αυτά που έζησαν. Έβαψαν με χρώματα λύπης, θυμού, καλοσύνης, αδιαφορίας κι αγάπης τις ώρες τους.

Τα ροζιασμένα χέρια είναι κρύα, άδεια. Η μη ταυτόχρονη φυγή βάσανα φέρνει. Πως μπορεί το μυαλό να χωρέσει αυτή τη τρελή μοναξιά;

Ένα παγκάκι έχει ακόμη πάνω τα ίχνη της, έτσι θέλει να πιστεύει και τ’ ακουμπάει πέρα ως πέρα συνέχεια, ασταμάτητα.

Περπατά χωρίς φως ξένος στα γνωστά μονοπάτια και τίποτα δεν είναι πια οικείο, σαν τις γεύσεις των φαγητών, τις άσχημες, που ’φεραν γνωστικοί απ’ άλλα μέρη.

Ένας μικρός  σταυρός κι ένα κοχύλι είναι η θύμηση της.

Τόσο κοντά, μα κάτω από το χώμα είναι η αληθινή αγάπη κι οι αδύναμοι χτύποι μιας καρδιάς που αγάπησε τόσο, ακόμη επιμένουν.

Όλα πια δείχνουν χλωμά κάτω από το φως του φεγγαριού που δεν μπορεί πια να μαγεύει τις αισθήσεις, ούτε να έχει τη λάμψη του καλοκαιριού. Αντίθετα μαύρους συνειρμούς εγείρει η εικόνα του.

Θάνατος απλώνεται στην κουρασμένη σκέψη, τίποτε άλλο.

Δημοσιεύτηκε από τον Giannis Mirtsis

Ο Γιάννης Μύρτσης ασχολείται με την ποίηση και τον πεζό λόγο από τα εφηβικά του χρόνια. Η λογοτεχνική του γραφή έχει λυρισμό με διάχυτες συναισθηματικές δονήσεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: