«Συνεργείο ψυχών» Γιάννης Μύρτσης

Στο συνεργείο πήγα την ψυχή μου για να γιάνει.
Η οίηση που ένιωθα, εγώ ο παντοδύναμος με πέταξε στα βράχια, με τσάκισε!
Μέσα μου είχε απομείνει ένα τρεμάμενο χλωμό φως από τη φλόγα της καρδιάς μου κι αυτό στο πρώτο αγέρι θα ‘σβηνε.
Σαν πόρνη παροπλισμένη λούφαξε η ζωή μου, το ένιωθα κάθε στιγμή κι οι μέρες μου βουβές περνούσαν. Κυλούσαν μα δεν μπορούσα να τις ζήσω, ήταν κενές, δεν κουβαλούσαν κάποιο μήνυμα, δεν είχαν χρώμα, δεν είχαν ζέστη.
Με λυπήθηκε ο τεχνίτης κι έδωσε προτεραιότητα στον πόνο μου.
Περίμενα τη λύτρωση και την αναγέννησή μου γιατί δεν μπορούσα πια να στηριχτώ στα δικά μου πόδια. Δεν είχα Θεό μέσα μου, δεν είχα αγάπη. Πόσο εύκολα λησμόνησα τα παιδικά μου χρόνια.
Κατάντησα ένα δοχείο απορριμμάτων που ο καθένας πετούσε μέσα μου ότι ήθελε κι εγώ χαμογελούσα μη τους χαλάσω το ραχάτι.
Πέρασαν μέρες, γύρισαν φεγγάρια, ήρθε ο χειμώνας, είδα την άνοιξη, τη θάλασσα. Περίμενα με υπομονή ώσπου βγήκε η διάγνωση.
Ανακύκλωση, είπε κι έστριψε το μουστάκι του.
Μόνο αν λιώσω σαν το σίδερο σε δυνατή φωτιά, θ’ αγγίξω την ελευθερία που ’χω χάσει. Μόνο έτσι θα ξαναβρώ το χαμένο μου δρόμο.
Πώς; Ρώτησα ζητιανεύοντας την απάντηση;
Μου χαμογέλασε, σήκωσε αδιάφορα  τους ώμους του, με χτύπησε απαλά στην πλάτη κι έφυγε.
Έμεινα να κοιτάζω τ’ άπειρο ανήμπορος να κάνω βήμα. Πώς θα τα κάνω όλα αυτά αναρωτήθηκα;
Αι σιχτίρ παλιόκοσμε, εκεί ψηλά είναι η λύση! Είπα και σήκωσα το κεφάλι μου στον ουρανό.
Advertisements

«Διαπίστωση» Γιάννης Μύρτσης

Στα πενήντα μου πια, κλείνω τα μάτια.
Δεν θέλω χρώματα, λόγια, μουσική, τραγούδια.
Τίποτα, ας έχει ησυχία το μυαλό μου.
Βαρέθηκα.
Πένθος αναζητά η καρδιά μου κι ένα δωμάτιο δίχως παράθυρα να κλειστεί μέσα να γιάνει.
Πόσο έκλαψα, πόσο πόνεσα, θρήνος η ζωή μου. Φτάνει!
Ας σωπάσουν πια οι Σειρήνες μέσα στο μυαλό μου και ας έρθει  να με κοιμίσει ο χρόνος. Αυτός που τόσα μου πήρε και που δεν μου δίδαξε τίποτα.
Χαμηλώστε τα φώτα, σβήστε τις εικόνες, σφαλίστε τα μάτια μου, δεν έχω τίποτα άλλο να δω.
Ένα ασπρόμαυρο κάδρο έμεινε η ζωή μου με μία ξεθωριασμένη φωτογραφία που δείχνει κάποιον που δεν υπάρχει.
Έσπασαν οι φτερούγες μου και δεν μπορώ να πετάξω.
Περπατώ στο χώμα σέρνοντας τα πόδια μου με το κεφάλι χαμηλά, δεν έχω φωνή μα μιλήσω, δεν έχω το κουράγιο πια.
Έτσι, έτσι σε κατάντησα ζωή μου, σκλάβα των θέλω και των πρέπει, ενός ηλίθιου πολιτισμού!

«Του έρωτα σημάδια» Γιάννης Μύρτσης

Τριαντάφυλλο γέρικο, λίγο πριν πέσουν τα φύλλα σου στέκεις στο μίσχο κουρασμένο.
Κάποια βλέμματα λυπούνται την εικόνα σου και δεν ξυπνάς πια έρωτα, κρυφές επιθυμίες και σκέψεις πλανεμένες.
Δεν είσαι πια το σύμβολο του πάθους, δεν έχεις τη δύναμη.
Το χρώμα σου ξεθώριασε και τ’ άρωμα σου χάθηκε στις γειτονιές της φύσης.
Δεν έρχονται οι μέλισσες κοντά να μουρμουρίσουν  το τραγούδι τους, ούτε οι κοπέλες τα πέταλά σου επιζητούν για να ’βρουν αν τις αγαπά ο καλός τους.
Περιμένεις τον άνεμο τον λυτρωτή να σε πάρει, να σε ταξιδέψει στους δρόμους, να σε σκορπίσει στις γειτονιές που τραγουδούσανε για σένα.
Του έρωτα σύμβολο γλυκά κοιμήσου, δεν σταματούν τα πάθη, το ξέρεις καλά.
Κει που νομίζεις πως τα πάντα τέλειωσαν, όλα ξανά απ’ την αρχή γυρίζουν.