«Στη Στάση Του Λεωφορείου» Γιάννης Μύρτσης

Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα εδώ και ώρες.
Εγώ κι εκείνη ήμασταν στριμωγμένοι κάτω από ένα σπασμένο σκέπαστρο, στη στάση της αστικής συγκοινωνίας, για να προφυλαχθούμε.
Τ’ αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά από μπροστά μας κι άφηναν στο πέρασμά τους ένα σύννεφο ομίχλης.
Στάλες νερού πετάγονταν στα πρόσωπά μας και τα μαλλιά μας, όπως και τα ρούχα μας ήταν μούσκεμα.
Την ομπρέλα μου την είχα κλείσει, γιατί έτσι όπως ήμουν  στη γωνιά με την κοπέλα “κολλημένη” πάνω μου, δεν ήταν δυνατό να την ελέγχω με τον δυνατό αέρα που φυσούσε και φοβόμουν μη τη χτυπήσω.
Στιγμές, έβγαζα το κεφάλι μου έξω από το σκέπαστρο για να δω αν έρχονταν το αναθεματισμένο λεωφορείο, που λες και το έκανε επίτηδες, σήμερα είχε καθυστερήσει  περισσότερο από τις άλλες μέρες.
Κάθε φορά που έκανα την κίνηση για να κοιτάξω στο δρόμο, έγερνα πάνω της.  Ένοιωθα τη ζεστασιά του κορμιού της και εισέπνεα τ’ άρωμά της.
Ήταν η άνοιξη μέσα στο γκρίζο τοπίο κι εγώ ο τυχερός  την είχα δίπλα μου.
Κάποια φορά, έγειρα επάνω της παραπάνω από όσο έπρεπε κι εκείνη γύρισε απότομα το κεφάλι της προς το μέρος μου, περισσότερο έκπληκτη, παρά ενοχλημένη.
Της χαμογέλασα αμήχανα σηκώνοντας ελαφρά τους ώμους μου, σαν να της ζητούσα συγνώμη, κι εκείνη μού ανταπέδωσε το χαμόγελο τυλίγοντας ταυτόχρονα με τα χέρια της το σώμα της, για να ζεσταθεί.
«Μην ανησυχείς» μου είπε μετά από λίγες στιγμές και πέρασε το χέρι της ανάμεσα από τα βρεγμένα της μαλλιά.
«Πάγωσα» συμπλήρωσε χαλαρά κοιτώντας με στα μάτια.
«Εγκλωβισμένοι στο πουθενά» της απάντησα σηκώνοντας τα χέρια μου προς τον ουρανό σαν ένδειξη απελπισίας.
Μου χαμογέλασε πάλι και γύρισε το κεφάλι της προς το δρόμο.
Λίγο αργότερα ένα αυτοκίνητο πέρασε από μπροστά μας και οι ρόδες του πέταξαν με δύναμη επάνω μας, το νερό που λίμναζε σε κάποια κακοτεχνία του δρόμου. Εκείνη, έκανε μηχανικά ένα βήμα προς τα πίσω για να αποφύγει την ψυχρολουσία κι έχασε την ισορροπία της. Πρόλαβα, την έπιασα και την τράβηξα επάνω μου.
Το πρόσωπό της βρέθηκε τόσο κοντά στο δικό μου, που μπορούσα να νιώσω την ανάσα της. Την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια και ρούφηξα αχόρταγα τη μυρωδιά του κορμιού της.
Στη συνέχεια, τα δάχτυλά του χεριού μου πέρασαν μέσα στα δικά της και την ώθησα μαλακά πίσω για να ξαναβρεί την ισορροπία της.
Τα μάτια της ήταν “καρφωμένα” μέσα στα δικά μου, όταν άκουσα τα φρένα του λεωφορείου να στριγκλίζουν δαιμονισμένα.
Σταμάτησε μπροστά μας κουρασμένο, λες κι είχε φορτωμένο πάνω του τον χειμώνα.
Εκείνη έκανε δύο βήματα μπροστά και σταμάτησε.
Μετά γύρισε και με κοίταξε σαν να μου έκανε νόημα με τα μάτια να την ακολουθήσω.
«Δεν είναι το δικό μου» της είπα απολογούμενος.
«Κρίμα» μου απάντησε μειδιάζοντας.
Πέρασε το χέρι της από το πρόσωπό μου χαϊδεύοντας το απαλά και ανέβηκε στο λεωφορείο.
Εκείνο ξεκίνησε και την είδα να μου χαμογελάει πίσω από το τζάμι.
Κράτησα το βλέμμα μου καρφωμένο πάνω της ώσπου χάθηκε στο βάθος του δρόμου.
Συνέχιζε να βρέχει και το κρύο τώρα σαν να το ένοιωθα πιο δυνατό στο κορμί μου.
Κοίταξα για μια ακόμη φορά στο βάθος του δρόμου μα λεωφορείο μου  δεν φαίνονταν πουθενά.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s